Βουλή: Εκδήλωση για τη συμπλήρωση τεσσάρων δεκαετιών από την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΕ

Sample Codes

Ξεκίνησαν σήμερα οι κοινές δράσεις του εορτασμού των 40 χρόνων από την ένταξη της Ελλάδας στην τότε ΕΟΚ και σημερινή ΕΕ, με ειδική συνεδρίαση της Επιτροπής Ευρωπαϊκών Υποθέσεων της Βουλής των Ελλήνων.

Πρόκειται για κοινή πρωτοβουλία της Βουλής των Ελλήνων, του Υπουργείου Εξωτερικών υπό τον Αναπληρωτή Υπουργό Εξωτερικών αρμόδιο για τα Ευρωπαϊκά Θέματα, Μιλτιάδη Βαρβιτσιώτη, της Αντιπροσωπείας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Γραφείου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στην Ελλάδα.

Τη συζήτηση συντόνισε ο Α’ Αντιπρόεδρος της Βουλής και πρόεδρος της Επιτροπής Ευρωπαϊκών Υποθέσεων, Νικήτας Κακλαμάνης. Χαιρετισμό απηύθυνε ο πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων, Κωνσταντίνος Τασούλας. Τοποθετήθηκαν ο Αναπληρωτής Υπουργός Εξωτερικών Αρμόδιος για τα Ευρωπαϊκά Θέματα, Μιλτιάδης Βαρβιτσιώτης, ο Αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Μαργαρίτης Σχοινάς (με ζωντανή διαδικτυακή παρέμβαση) και ο Αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Δημήτρης Παπαδημούλης.

Στη συνεδρίαση παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το κοινό λογότυπο της επετείου.

Παρακολουθήστε ολόκληρη τη συνεδρίαση

 

Ο Αντιπρόεδρος της Βουλής και Πρόεδρος της Επιτροπής Ευρωπαϊκών Υποθέσεων κ. Νικήτας Κακλαμάνης, στην εισαγωγική του τοποθέτηση,  τόνισε ανάμεσα στα άλλα, πως φέτος, στη χρονική συγκυρία των εορτασμών για τα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση και τα 40 χρόνια από την ένταξη της Ελλάδος στην ΕΟΚ, συναντώνται και φωτίζονται η Εθνική και Ευρωπαϊκή μας ταυτότητα. Υπογράμμισε δε τον σπουδαίο ρόλο του εθνάρχη Κωνσταντίνου Καραμανλή, του οποίου προσωπικό όραμα υπήρξε η ένταξη της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.  Επεσήμανε επίσης, ότι το 2021 είναι έτος προβληματισμού για την Ευρωπαϊκή Ένωση συνολικά, καθώς αναμένεται η έναρξη της μεγάλης Διάσκεψης για το Μέλλον της Ευρώπης, στόχος της οποίας θα πρέπει να είναι η ευρύτερη δυνατή  συμμετοχή των πολιτών με έμφαση στη συμμετοχή των νέων. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι θα πρέπει να δοθεί βήμα «στους ρομαντικούς ευρωσκεπτικιστές», όπως τους χαρακτήρισε, ή ακόμη και στους «δύσπιστους» της ευρωπαϊκής ιδέας,  καθώς  δεν είναι απαραιτήτως αυτοί οι εχθροί της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο γόνιμος προβληματισμός – τόνισε – θα μας οδηγήσει στον εντοπισμό των ελλειμμάτων,  των λαθών και των ατοπημάτων και θα μας οδηγήσει στην εξεύρεση λύσεων για το μέλλον της Ευρώπης

Ο Πρόεδρος της Βουλής, κ. Κωνσταντίνος Τασούλας δήλωσε: «Δεν νομίζω ότι υπάρχει ανάγκη να εξάρω την σημασία της ευρωπαϊκής πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής ενότητος και αλληλεγγύης. Εκείνο όμως που θα ήθελα να τονίσω ιδιαιτέρως είναι ότι για πρώτη φορά στην παγκόσμια ιστορία δημιουργήθηκε μια τόσο μεγάλη κοινότητα εθνών που βασίζεται στην ελεύθερη συγκατάθεση, στην ισότιμη συνεργασία, στον αμοιβαίο σεβασμό και στην αλληλεγγύη. Μην ξεχνάμε ότι σήμερα, η Ευρωπαϊκή Ένωση αριθμεί 27 κράτη-μέλη, 27 διαφορετικές κρατικές οντότητες, η κάθε μία με τη δική της εθνική προσωπικότητα, τη δική της ιδιαίτερη ιδιοσυγκρασία και τα δικά της εθνικά συμφέροντα. Η Ελλάδα, καλωσορίζοντας τη συλλογική προσπάθεια για την οικοδόμηση και ολοκλήρωση  του ευρωπαϊκού ιδεώδους, η οποία βασίζεται στις αξίες της ελευθερίας, της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου και της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, διατηρεί την εθνική της ταυτότητα, προάγει τον πολιτισμό της και εφαρμόζει τις αρχές που διέπουν το διεθνές δίκαιο στην άσκηση της εξωτερικής της πολιτικής».

Το όραμα του Κωνσταντίνου Καραμανλή για την Ενωμένη Ευρώπη έθεσε στο επίκεντρο της ομιλίας του ο Αναπληρωτής Υπουργός Εξωτερικών αρμόδιος για τα ευρωπαϊκά θέματα κ. Μιλτιάδης Βαρβιτσιώτης. Παραθέτοντας αποσπάσματα από ιστορικές ομιλίες του «εθνάρχη και πατέρα της ένταξης της Ελλάδας στην ΕΕ», όπως τον χαρακτήρισε, ο κ. Βαρβιτσιώτης μίλησε για την Ιδέα της ευρωπαϊκής ενοποίησης και επισήμανε ότι η Ελλάδα ήταν αδύνατον να μη συμμετέχει σε αυτή τη μοναδική ιστορικά και πολιτικά Ένωση, στην οποία βρισκόταν εξαρχής το μέλλον του ελληνικού λαού. Περαιτέρω, τόνισε ότι αυτά τα 40 χρόνια η χώρα μας ωφελήθηκε πολιτικά, οικονομικά και στρατηγικά από τη συμμετοχή της στον σκληρό πυρήνα της Ένωσης, ενώ σημείωσε και όσα η ίδια συνεισέφερε στην πορεία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Αφού αναφέρθηκε και στην ανάγκη η ΕΕ να κάνει ένα νέο ξεκίνημα μετά την πανδημία, υπογράμμισε ότι η Ευρώπη του μέλλοντος πρέπει να έχει ενιαία φωνή στις παγκόσμιες υποθέσεις. Και κατέληξε ότι «μια τέτοια Ευρώπη είναι για εμάς το σπίτι μας. Γιατί όσο πιο ισχυρή είναι Ευρώπη τόσο πιο ισχυρή θα είναι και η θέση της Ελλάδος. Είμαστε βαθιά ευρωπαϊστές και πιστεύουμε σε αυτή την Ευρώπη. Άλλωστε, της δώσαμε το ελληνικό όνομα της».

διάβασε και αυτό  23 κράτη παραβίασαν τις οδηγίες για οπτικοακουστικά μέσα. Η Ελλάδα και τα άλλα κράτη έλαβαν προειδοποιητική επιστολή.

O Αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, κ. Μαργαρίτης Σχοινάς δήλωσε: «Τα τελευταία σαράντα χρόνια αποτελούν τη μακρύτερη περίοδο ειρήνης, δημοκρατίας και ευημερίας που γνώρισαν οι Έλληνες. Με την ένταξη της χώρας στην Ευρώπη ο τροχός της ιστορίας δικαίωσε τις προσδοκίες γενεών και επιβεβαίωσε μια σχέση με παρελθόν, παρόν και μέλλον. Κατοχύρωσε τα σύνορα μας ως απώτατα σύνορα της Ευρώπης απέναντι σε αβέβαιους και επικίνδυνους γείτονες. Απογείωσε την ύπαιθρο, τις υποδομές και τα συστήματα υγείας και παιδείας με κολοσσιαίους πόρους. Στήριξε την οικονομία και την κοινωνία σε κρίσιμες στιγμές, όταν πολλοί άλλοι μας γύρισαν την πλάτη.  Κατέστησε το ζητούμενο του τότε αυτονόητο του σήμερα με την ελεύθερη κυκλοφορία, εγκατάσταση, εργασία και τις ελεύθερες συναλλαγές στη μεγαλύτερη αγορά του κόσμου. Άνοιξε πρωτοφανείς ευκαιρίες κινητικότητας και εκπαίδευσης σε χιλιάδες νέους. H Ευρωπαϊκή Ελλάδα πέτυχε τα τελευταία 40 χρόνια όσα δεν πέτυχε στα 160 προηγούμενα χρόνια της νεότερης ιστορίας της».

 Ο Αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, κ. Δημήτρης Παπαδημούλης δήλωσε: «Υποστηρίζω σταθερά ότι η ένταξη της Ελλάδας στην τότε ΕΟΚ ήταν μια ορθή επιλογή για λόγους κοινωνικούς, οικονομικούς και γεωπολιτικούς. Η κρίση της πανδημίας, όπως και η κρίση χρέους της προηγούμενης δεκαετίας, αναδεικνύουν αδυναμίες και ελλείματα που υπογραμμίζουν την ανάγκη η ΕΕ να προχωρήσει με ταχύτερους ρυθμούς την κοινωνική και πολιτική της ενοποίηση, με δημοκρατική εμβάθυνση και διαρκή ενίσχυση του ρόλου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Η καλύτερη υπεράσπιση της ιδέας της ενωμένης Ευρώπης είναι η διαρκής προσπάθεια για τον μετασχηματισμό της σε μια Ευρώπη πραγματικά ενοποιημένη, κοινωνικά και περιβαλλοντικά βιώσιμη, χωρίς ανισότητες και αποκλεισμούς».

Η πανηγυρική συνεδρίαση έκλεισε με φωταγώγηση της πρόσοψης του κτιρίου της Βουλής με το λογότυπο της επετείου των 40 χρόνων.

H Βουλή των Ελλήνων, το Υπουργείο Εξωτερικών, η Αντιπροσωπεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και το Γραφείο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στην Ελλάδα θα υλοποιήσουν σειρά δράσεων με στόχο:

  • να τροφοδοτήσουν τη δημόσια συζήτηση για τον απολογισμό τεσσάρων δεκαετιών της Ελλάδας ως κράτος μέλος της Ένωσης, πώς αυτό άλλαξε τη χώρα και πόσο αυτό καθορίζει πλέον τη ζωή και τις προοπτικές μας
  • να αναδείξουν την ιστορική σημασία της ένταξης της Ελλάδας στην ευρωπαϊκή οικογένεια, και σε σχέση με τη συνολική εθνική πορεία των 200 ετών από το1821
  • να ενθαρρύνουν τους πολίτες να εκφράσουν τις προσδοκίες τους στο πλαίσιο της Διάσκεψης για το Μέλλον της Ευρώπης, που θα αρχίσει σύντομα και αναμένεται να ολοκληρωθεί το καλοκαίρι του 2022.

Ενδεικτικά, οι σχετικές δράσεις που θα υλοποιηθούν καθ’ όλη τη διάρκεια του 2021 περιλαμβάνουν:

  • Κοινή κεντρική εκδήλωση για την 9η Μαΐου (Ημέρα της Ευρώπης) με επίκεντρο τη συμβολή της ΕΕ στην σύγχρονη Ελλάδα
  • Περιφερειακή διάσταση με εκδηλώσεις σε όλες τις περιφέρειες προκειμένου να αναδειχθεί η συμβολή της Ένωσης στις τοπικές κοινωνίες με απτό τρόπο (σε συνεργασία με τις Περιφέρειες, τα Κέντρα Πληροφόρησης Europe Direct, εθελοντές του δικτύου μαζί.eu, και τα τοπικά ΜΜΕ)
  • Δημόσια συζήτηση στα Μέσα Ενημέρωσης και στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης για την αξιολόγηση των επιπτώσεων της συμμετοχής μας
  • Μαρτυρίες-συνεντεύξεις πρωταγωνιστών της συμμετοχής της χώρας μας στην ΕΕ σε τηλεοπτικούς σταθμούς και κοινωνικά δίκτυα
  • Συλλογή και προβολή μαρτυριών πολιτών της χώρας για το αποτύπωμα της ΕΕ στον τόπο διαμονής τους, σε συνεργασία με τα Κέντρα Ευρωπαϊκής Ενημέρωσης, το δίκτυο των Σχολείων-Πρέσβεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και το δίκτυο εθελοντών του μαζί.eu (δημιουργία οπτικοακουστικής βιβλιοθήκης ανά περιοχή/περιφέρεια & αξιοποίηση σε κατά τόπους εκδηλώσεις)
  • Έκδοση επετειακού γραμματοσήμου 1981-2021 – 40 χρόνια από την ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση

 

Θα ακολουθήσουν αναλυτικές ενημερώσεις αναλόγως του προγραμματισμού κατά τη διάρκεια του έτους. Μπορείτε να παρακολουθείτε τιs εξελίξεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης των τεσσάρων θεσμών με το hashtag #40ΕλλάδαΕΕ, ενώ μπορείτε να συμμετέχετε με δικές σας μαρτυρίες στα προσωπικά σας social media, χρησιμοποιώντας το ίδιο hashtag.

διάβασε και αυτό  Ασφάλεια των δικτύων 5G: έκθεση των κρατών μελών σχετικά με την πρόοδο που έχει σημειωθεί ως προς την εφαρμογή της εργαλειοθήκης της ΕΕ και την ενίσχυση των μέτρων προστασίας

 

H πορεία της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση

O ευρωπαϊκός προσανατολισμός της Ελλάδας ασφαλώς υπερβαίνει τη σύνδεση και την μετέπειτα ένταξη της χώρας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα/Ένωση. Έλαβε, ωστόσο, συγκεκριμένη διάσταση με την υποβολή της αίτησης για σύνδεση με τη νεοπαγή Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ), τον Ιούνιο του 1959, αίτηση που οδήγησε στην υπογραφή της Συμφωνίας Σύνδεσης Ελλάδας – ΕΟΚ, τον Ιούνιο του 1961, την πρώτη Συμφωνία Σύνδεσης που σύναψε η ΕΟΚ. Η Συμφωνία αυτή, η οποία ουσιαστικά αποτελούσε το πρώτο βήμα στην πορεία της Ελλάδας για την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, «πάγωσε» με την επιβολή της στρατιωτικής δικτατορίας στην Ελλάδα (Απρίλιος 1967) και ενεργοποιήθηκε εκ νέου μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας (Ιούλιος 1974). Ο στόχος, όμως, της ελληνικής κυβέρνησης ήταν η ενσωμάτωση της χώρας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, ως πλήρους μέλους. Πράγματι, η αίτηση για πλήρη ένταξη υποβλήθηκε στις 12 Ιουνίου 1975, με επιστολή του τότε πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Καραμανλή στον πρόεδρο του Συμβουλίου Υπουργών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, Υπουργό Εξωτερικών της Ιρλανδίας, G. Fitzgerald.

Οι λόγοι για τους οποίους η Ελλάδα επέλεξε την πλήρη ένταξη στην Κοινότητα μπορούν να συνοψισθούν στους εξής:

•    Θεώρησε την Κοινότητα ως το θεσμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα μπορούσε να εδραιώσει το δημοκρατικό πολιτικό της σύστημα και τους δημοκρατικούς θεσμούς.

•    Επεδίωκε την ενίσχυση της ανεξαρτησίας και της θέσης της στο περιφερειακό και διεθνές σύστημα,  με την ανάπτυξη των σχέσεών της και με άλλους διεθνείς δρώντες πέραν των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής.

•    Θεώρησε την ένταξη στην Κοινότητα ως ισχυρό παράγοντα που θα συνέβαλε στην ανάπτυξη και τον εκσυγχρονισμό της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας.

•    Επιθυμούσε, ως ευρωπαϊκή χώρα, να είναι «παρούσα» και να επηρεάζει τις διεργασίες για την ευρωπαϊκή ενοποίηση και το πρότυπο της Ευρώπης.

Η πρώτη αντίδραση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας στην Ελληνική αίτηση εκδηλώθηκε αρχικά από την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία σύμφωνα με το (τότε) άρθρο 237 της Συνθήκης της Ρώμης, έπρεπε να διατυπώσει «γνώμη» πάνω στην αίτηση τρίτης χώρας για ένταξη στην Κοινότητα. Η Επιτροπή δημοσίευσε τη «γνώμη» της στις 28 Ιανουαρίου 1976. H Επιτροπή, ενώ αρχικά τόνιζε ότι πρέπει να δοθεί «σαφώς θετική απάντηση» στο αίτημα της Ελλάδας για ένταξη, εντούτοις πρότεινε θέσπιση προενταξιακής μεταβατικής περιόδου πριν από την πλήρη θεσμική ενσωμάτωση της χώρας προκειμένου να πραγματοποιηθούν οι αναγκαίες οικονομικές μεταρρυθμίσεις.

Με παρέμβαση του πρωθυπουργού Κ. Καραμανλή προς τις κυβερνήσεις των εννέα κρατών – μελών και ιδιαίτερα της Γαλλίας και της Γερμανίας, η πρόταση αυτή της Επιτροπής απορρίφθηκε. Έτσι, τον Ιούλιο 1976 άρχισαν οι διαπραγματεύσεις για την ένταξη, οι οποίες ολοκληρώθηκαν τον Μάιο 1979 με την υπογραφή, στην Αθήνα (Ζάππειο Μέγαρο), της Πράξης Προσχώρησης. Η Βουλή των Ελλήνων κύρωσε την Πράξη Προσχώρησης της Ελλάδας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες στις 28 Ιουνίου 1979. Η πλήρης ένταξη έλαβε χώρα δύο χρόνια αργότερα, την 1η Ιανουαρίου 1981.

Η συμμετοχή της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα / Ένωση από το 1981 μέχρι σήμεραμπορεί να διακριθεί σε τέσσερις βασικές χρονικές υπο-περιόδους: την πρώτη μεταξύ 1981-1985, τη δεύτερη μεταξύ 1985 – 1995, την τρίτη από το 1996 έως το 2009 και την τέταρτη από το 2009 μέχρι σήμερα.

Η πρώτη περίοδος – πέρα από την πρώτη Προεδρία που η Ελλάδα άσκησε το β’ εξάμηνο του 1983 – χαρακτηρίζεται από έντονη αμφισβήτηση ορισμένων βασικών πτυχών της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Παράλληλα, επιδιώχθηκε η αναθεώρηση της θέσης της χώρας στην Κοινότητα με τη διαμόρφωση ενός «ειδικού καθεστώτος» σχέσεων και ρυθμίσεων. Για το σκοπό αυτό, η Ελλάδα υπέβαλε, το Μάρτιο του 1982, Υπόμνημα με το οποίο ζήτησε πρόσθετες αποκλίσεις από την εφαρμογή ορισμένων κοινοτικών πολιτικών καθώς και πρόσθετη οικονομική ενίσχυση για την αναδιάρθρωση της ελληνικής οικονομίας. Η Επιτροπή αναγνώρισε ως βάσιμο μόνο το δεύτερο αίτημα, το οποίο ουσιαστικά ικανοποιήθηκε με την έγκριση, το 1985, των Μεσογειακών Ολοκληρωμένων Προγραμμάτων (ΜΟΠ). Η πολιτική σημασία των ΜΟΠ, όμως, ήταν πολύ μεγαλύτερη των πρόσθετων πόρων που εγκρίθηκαν τότε για την Ελλάδα, γιατί εγκαινίασαν την προσπάθεια για την ανάπτυξη διαρθρωτικής πολιτικής από πλευράς Ε.Ε., η οποία αποκρυσταλλώθηκε το 1988 στη νέα διαρθρωτική πολιτική, το πρώτο «πακέτο Delors».

διάβασε και αυτό  Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή τιμά τους καλύτερους νεαρούς μεταφραστές της Ευρώπης σε μια διαδικτυακή τελετή

Στα γενικότερα θέματα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, και ειδικότερα στις προσπάθειες και τα σχέδια για την εμβάθυνση της ενοποίησης στο θεσμικό, πολιτικό και αμυντικό τομέα, η Ελλάδα, εκείνη την περίοδο, υπήρξε ιδιαίτερα προσεκτική. Στη δεύτερη περίοδο της συμμετοχής της, η πολιτική της Ελλάδας στην Ε.Ε. χαρακτηρίζεται βαθμιαία από εντονότερες φιλο-ενοποιητικές θέσεις. Ιδιαίτερα από το 1988 – όταν άσκησε τη δεύτερη Προεδρία το α’ εξάμηνο – και μετά, η Ελλάδα άρχισε να υποστηρίζει το «ομοσπονδιακό» πρότυπο ενοποίησης καθώς και την ανάπτυξη κοινής πολιτικής σε νέους τομείς (παιδεία, υγεία, περιβάλλον), την ενίσχυση των υπερεθνικών θεσμών (Επιτροπή και Κοινοβούλιο) και την ανάπτυξη κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας. Ωστόσο, υπήρχαν ακόμη αντιφάσεις, τόσο στον οικονομικό τομέα, με την απόκλιση της χώρας από το μέσο «κοινοτικό» επίπεδο ανάπτυξης, όσο και στον πολιτικό, με το πρόβλημα της ονομασίας της πΓΔΜ που διευθετήθηκε προσωρινά με την υπογραφή της Ενδιάμεσης Συμφωνίας. Παράλληλα, από το 1987, η Ελλάδα αρχίζει να αναδεικνύει ως κύριο πολιτικό στόχο την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Για το σκοπό αυτό, υποστήριξε την κυπριακή κυβέρνηση στην υποβολή, από την τελευταία, αίτησης για ένταξη, τον Ιούνιο του 1990. Σταθμός, επίσης, ήταν η άσκηση της τρίτης Προεδρίας το α’ εξάμηνο του 1994.

Η τρίτη περίοδος της συμμετοχής της Ελλάδας στην Ένωση, ξεκίνησε το 1996 και χαρακτηρίσθηκε από ακόμα μεγαλύτερη υποστήριξη της ιδέας και της διαδικασίας της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης καθώς και της εμβάθυνσης της ενοποίησης σε όλους τους τομείς. Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στα κράτη-μέλη που υποστήριξαν την προσπάθεια υιοθέτησης του Ευρωπαϊκού Συντάγματος, χαιρετίζοντας τη διάσωση των σημαντικότερων θεσμικών καινοτομιών του Ευρωπαϊκού Συντάγματος και την ένταξη αυτών στη Συνθήκη της Λισαβώνας, το συμβιβαστικό κείμενο που προέκυψε τελικά από το φιλόδοξο – ως απεδείχθη – εγχείρημα «συνταγματοποιήσης» της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η στάση της Ελλάδας χαρακτηρίζεται, επίσης, από την προσπάθεια επίτευξης υψηλότερης οικονομικής και κοινωνικής σύγκλισης με τη υποστήριξη  των «κριτηρίων σύγκλισης» της Συνθήκης του Μάαστριχτ καθώς και τη συμμετοχή της, ως πλήρους μέλους, στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ) και την υιοθέτηση του ενιαίου νομίσματος (ευρώ) από την 1η Ιανουαρίου 2002.

Παράλληλα με την εμβάθυνση, η Ελλάδα τάχθηκε σταθερά υπέρ  της διεύρυνσης της Ένωσης και πρωτοστάτησε σε αυτόν τον τομέα παρέχοντας σταθερή στήριξη  στην ένταξη των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης, παρά τη γενικότερη εφεκτικότητα.

Η ελληνική Προεδρία της Ε.Ε., το πρώτο εξάμηνο του 2003, αποτέλεσε επιτυχία της Ελλάδας, καθώς, μεταξύ άλλων, κατά την διάρκειά της συντελέστηκε η μεγαλύτερη διεύρυνση στη μέχρι τώρα ιστορία της Ενωμένης Ευρώπης (10 νέα κράτη μέλη).

Μία τέταρτη περίοδος σχέσεων της Ελλάδας με την Ε.Ε. ξεκίνησε με την έναρξη της μεγάλης οικονομικής κρίσης το 2008/9. Η Ελλάδα μπήκε σε μια μακρά περίοδο οικονομικής ύφεσης και εφάρμοσε προγράμματα-μνημόνια μετά από συμφωνία με τους εταίρους-δανειστές της και το ΔΝΤ. Εκ παραλλήλου, η Ε.Ε. και το ευρώ δοκιμάσθηκαν από μια πολυεπίπεδη κρίση. Η χώρα εξέρχεται σταδιακά από αυτή τη δύσκολη περίοδο με το τέλος των προγραμμάτων-μνημονίων και την επιστροφή στην οικονομική ανάπτυξη.

H πέμπτη ελληνική Προεδρία της Ε.Ε., το πρώτο εξάμηνο 2014, διεξήχθη εν μέσω της χειρότερης οικονομικής και κοινωνικής κρίσης της ιστορίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εν τούτοις, υπήρξε επιτυχής τόσο στα ποιοτικά όσο και στα ποσοτικά χαρακτηριστικά της καθώς κατά τη διάρκειά της προωθήθηκαν δεκάδες σημαντικά νομοθετήματα στους τομείς της απασχόλησης, της ανάπτυξης, της εμβάθυνσης της τραπεζικής ένωσης, της μετανάστευσης και των θαλασσίων μεταφορών.

Facebook Comments
Sample Codes

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Recommended
Έναν ακόμη λόγο να υπερηφανεύονται έχουν οι Θεσσαλονικείς, καθώς το ολοκαίνουριο, αναβαθμισμένο…
Cresta Posts Box by CP
Content | Menu | Access panel
Facebook
error: Content is protected !!