ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ

Sample Codes

Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου γεννήθηκε στο Καρπενήσι, το 1877. Είχε τρία αδέλφια, τον Χαρίλαο, τον Θανάση και τη Σοφία. Στο Καρπενήσι έμαθε τα πρώτα γράμματα και το 1890 μετακόμισε με την οικογένειά του στην Αθήνα, όπου τέλειωσε το Γυμνάσιο, παρακολούθησε
μαθήματα ζωγραφικής και, το 1895, γράφτηκε στην Ιατρική σχολή του Πανεπιστημίου, χωρίς να αποφοιτήσει. Στράφηκε από τα φοιτητικά του χρόνια προς τη συγγραφή και τη δημοσιογραφία, και σε ηλικία δεκαέξι μόλις ετών ξεκίνησε να αρθρογραφεί στην εφημερίδα Ακρόπολις. Έως το 1898, οπότε και κυκλοφόρησε η πρώτη ποιητική συλλογή του με τίτλο Πολεμικά τραγούδια, συνέχισε να συνεργάζεται με περιοδικά και εφημερίδες όπως η Εφημερίς τωνσυζητήσεων, ο Χρόνος, το Εμπρός και η Σκριπ, στην οποία υπήρξε αρχισυντάκτης από το 1900 μέχρι το 1905. Το 1904 έγινε ένα από τα πρώτα μέλη της εταιρίας «Η Εθνική Γλώσσα», με στόχο την υπεράσπιση της δημοτικής (μαζί με τους Μιλτιάδη Μαλακάση, Λάμπρο Πορφύρα, Κωνσταντίνο Χατζόπουλο, Ανδρέα Καρκαβίτσα, Ιωάννη Κονδυλάκη και άλλους).
Από το 1908 και έως το 1911 έζησε στο Παρίσι, απεσταλμένος της εφημερίδας Εμπρός. Παράλληλα αρθρογραφούσε σε γαλλικές εφημερίδες και γνώριζε τα νέα καλλιτεχνικά ρεύματα. Μετά την επιστροφή του στην Αθήνα εγκατέλειψε τη δημοσιογραφία (με εξαίρεση τη συγγραφή χρονογραφημάτων για την εφημερίδα Εμπρός έως το 1914) και διακρίθηκε σε μια έκθεση ζωγραφικής στο Ζάππειο για σχεδιάσματα και γελοιογραφίες που είχε δημοσιεύσει σε ποικίλα
έντυπα. Από το 1912 και μέχρι το 1916 διετέλεσε νομάρχης στη Ζάκυνθο, στην Καλαμάτα και στις Κυκλάδες. Το 1918 έγραψε (σε συνεργασία με τον Δημοσθένη Ανδρεάδη, τον Αλέξανδρο
Δελμούζο, τον Παύλο Νιρβάνα και τον Μανόλη Τριανταφυλλίδη και σε εικονογράφηση του Π. Ρούμπου) τα Ψηλά βουνά, έργο που προορίστηκε για αναγνωστικό του δημοτικού σχολείου. Την ίδια χρονιά ανέλαβε πρόεδρος της Εθνικής Πινακοθήκης και φρόντισε να εμπλουτιστεί με έργα πολλών Ελλήνων ζωγράφων και χαρακτών (Γύζης, Παρθένης, Μαλέας, Λύτρας, Θεοτοκόπουλος). Το 1919 αυτοκτόνησε ο αδελφός του Θανάσης, σε ηλικία τριάντα εννιά χρόνων,
ο οποίος αντιμετώπιζε ψυχολογικά προβλήματα. Το 1920 τύπωσε την παιδική ποιητική συλλογή Τα χελιδόνια, αφιερωμένη στον αδελφό του, η οποία επανεκδόθηκε το 1931 με τίτλο Παιδικά τραγούδια. Το 1922, ο Παπαντωνίου εξέδωσε την ποιητική συλλογή του Πεζοί ρυθμοί και
τους τρεις τόμους των «Νεοελληνικών αναγνωσμάτων» για τις πρώτες τάξεις του δημοτικού, τιμήθηκε με το Εθνικό Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών, και διορίστηκε καθηγητής στη Σχολή Καλών Τεχνών. Την ίδια χρονιά ταξίδεψε στην Ευρώπη, στην Κωνσταντινούπολη και στο Άγιο Όρος ως διευθυντής της Εθνικής Πινακοθήκης. Το 1927 τυπώθηκε η συλλογή διηγημάτων του Διηγήματα, ενώ ο Βυζαντινός όρθρος και Η θυσία, οι άλλες δύο συλλογές διηγημάτων του, εκδόθηκαν το
1936 και το 1937 αντίστοιχα. Το 1938 αναγορεύτηκε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών στην έδρα της Λογοτεχνίας, θέση από την οποία υπέβαλε την πρώτη του εισηγητική έκθεση στη δημοτική γλώσσα, γεγονός που προκάλεσε αντιδράσεις. Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου πέθανε την 1η Φεβρουαρίου του 1940 από καρδιακή συγκοπή.

διάβασε και αυτό  O Δήμος Ζωγράφου στηρίζει την εθελοντική πρωτοβουλία καθαριότητας Save Your Hood

 

Πέρασαν 80 χρόνια από τον θάνατο του  Ζαχαρία Παπαντωνίου  ένα χρονογράφημα του  ΤΟ ΝΕΡΟ στην Εφημερίδα ΣΚΡΙΠ το 1898 

— Περιμένετε! Περιμένετε! τώρα θα ’ρθή τ’ αγιασμένο.
Και η κυρά Μελέταινα είχεν άγρυπνο το βλέμμα της επί των παιδιών μήπως θίξουν το νερό της προτεραίας που δεν ήτο αγιασμένον.
— Περιμένετε! Περιμένετε!
Αλλά ως πότε θα περιμένουν;
Η ώρα είνε εννέα πρωί. Τα παιδιά τα έπιασεν η δίψα και θέλουν νερό. Ο κυρ Μελέτης ο άνδρας της, μόλις ακούει το ελάχιστον φύσημα της κάνουλας, τρέχει και βάζει την μεγάλην του φαλάκραν αποκάτω αναμένων να ρεύση το αγιασμένον ύδωρ και να την περιλούση.
Όλοι περιμένουν το αγιασμένο μια ώρα και πλέον. Όλοι είνε άνιφτοι. Άνιφτα τα παιδιά, μουτζουρωμένα, με τα μάτια ημίκλειστα, άνιφτος ο κυρ Μελέτης με το μουστάκι του γαμψώς ργικένον προς τα κάτω, άνιφτη και η κυρά Μελέταινα με τα μαλλιά της ως απαισία τουλούπα περικαλύπτοντα την χονδρήν της φυσιογνωμίαν. Και όμως η κυρά Μελέταινα, η θεοσεβής, επιμένει. Πρέπει να περιμένουν να ’ρθή το φρέσκο νερό της βρύσης που θα είν’ αγιασμένο από το Σταυρό της Δεξαμενής. Αλλ’ ο κυρ Μελέτης, ο οποίος απηύδησε πλέον να βάζη την φαλάκραν του υπό την κάνουλαν διά να πάρη πρώτος το βάπτισμα, φωνάζει:
— Γυναίκα, δεν υποφέρεται αυτό το βάσανο. Το νερό δεν έρχεται. Θα πλυθώ με το χθεσινό.
— Τι λες κακομοίρη;
— Αυτό που σου λέω.
— Κάνε τίποτε και να δης αν το χύνω στα μούτρα σου ή όχι. Ορίστε μας! Βρε είσαι χριστιανός ή οβρηός;
— Δε βαστώ άλλο σου λέω!
Τα παιδιά ενθαρρυνθέντα από τους λόγους του πατρός, έσπευσαν να ενώσουν και την ιδικήν των οξείαν διαμαρτυρίαν.
— Διψάμε! Σκάσαμε απ’ τη δίψα! Μητέρα α… α…
Αλλ’ η χειρ της κυρά-Μελέταινας επελθούσα με όλην της την τυλώδη χονδρότητα εις ένα έκαστον εκ των παιδιών κατέτρεψε τας διαμαρτυρίας των εις οδυρμούς ατελευτήτους. Τότε και ο κυρ Μελέτης εννοήσας το αμετάπειστον της συζύγου έκρινε καλόν να σιωπήση προς αποφυγήν απευκταίων και να αναμείνη καρτερικώς την άφιξιν των ηγιασμένων υδάτων.
Μετ’ ολίγον όμως γυρίζει και λέγει:
— Ξέρεις τι λέω γυναίκα; Το νερό ήρθε.
— Ήρθε;
— Έτσι μυρίζομαι. Θα το κράτησε από κάτω η Χαρίκλεια.
Η Χαρίκλεια ήτο η κατοικούσα εις το κάτω πάτωμα του σπιτιού. Η βρύσι του κάτω πατώματος εννοείται ότι είχε τον αυτόν σωλήνα με την βρύσιν του επάνω. Φυσικά όταν ήνοιγεν η πρώτη, η δευτέρα εστείρευεν. Άρα η Χαρίκλεια είχεν εις την διάθεσίν της το νερό των συνοίκων της. Αν ήθελε το άνοιγε, αν ήθελε το έκλεινε. Ο σπιτονοικοκύρης δεν επέτρεπε βέβαια τοιαύτην παρανομίαν, αλλ’ όταν η Χαρίκλεια είχε λόγους να το κάνη, ημπορούσε να το κάνη ευκολώτατα.
Κάτι τέτοιο λοιπόν θα έτρεχε και εις αυτήν την περίστασιν. Διότι την προηγουμένην ημέραν η γειτονιά είχεν ακούσει ομηρικόν γλωσσοκαυγάν μεταξύ της Χαρικλείας και της κυρά Μελέταινας, ο οποίος διήρκεσε τρεις ολοκλήρους ώρας. Φαίνεται λοιπόν ότι η Χαρίκλεια ευρήκεν απλούστατον και φοβερόν μέσον εκδικήσεως. Να κρατήση το νερό ανήμερα των Φώτων.
Ώστε καλά το υποψιάσθη ο κυρ-Μελέτης. Τας υπονοίας του τας ευρήκεν αμέσως πολύ ορθάς και η κυρά-Μελέταινα. Το πλαίσιον των ακτενίστων μαλλιών της εφάνη αγριώτερον γύρω εις την ανδρικήν της μορφήν, τα μάτια της επλατύνθησαν θηριωδώς, τα ρουθούνια της το ίδιο, και ο χθεσινός θυμός, που την είχε κατακλύσει, όταν διεξήγε τον καυγάν με την Χαρίκλειαν, επανήλθε πάλιν ακμαιότατος.
— Καλά λες! φωνάζει προς τον άνδρα της. Κάτι τέτοιο μου μυρίζεται. Αυτή η βρώμα το κρατάει το νερό. Ωχ κι αν κατέβω κάτω. Ωχ! ωχ! Εκ το δε θα τη βγάλουν απ’ τα νύχια μου.
Ο κυρ-Μελέτης τα έχασε. Προέβλεπεν επανάληψιν των εχθροπραξιών, τας οποίας απεστρέφετο φοβερά. Τι να κάμη; Είχε την κουταμάρα να το πη. Επέπληξε τον εαυτόν του ενδομύχως ως βλάκα και εσιώπησεν αναμένων το αποτέλεσμα. Εν τω μεταξύ τα παιδιά άρχισαν πάλιν να φωνάζουν πως διψούν. Αλλ’ η κυρά Μελέταινα, θηριώδης όπως είχε γίνει την στιγμήν εκείνην, έβαλε πάλιν εις ενέργειαν την χερούκλα της επί των διψαλέων παιδιών και νέοι οδυρμοί εγέμισαν το σπίτι.
Έπειτα έτρεξεν εις την κουζίναν, έχυσεν όλο το νερό της προτεραίας διά να μη το πιη κανείς και σύρουσα τις παντούφλες της ώρμησε κάτω εις την σκάλαν και ευρέθη εις την κουζίναν της Χαρίκλειας.
— Εσύ το κρατάς το νερό, μωρή;
— Εγώ το κρατάω.
Άλλαι επεξηγήσεις δεν εχρειάζοντο. Ο κυρ Μελέτης ακροώμενος με την πνοήν εις το στόμα από πάνω από την σκάλαν ήκουσεν αμέσως την τραγικήν συναυλίαν δύο γυναικείων γλωσσών και έτρεξε κάτω άπλυτος και ελεεινός με τα νυκτικά του όπως ήτο. Αλλά μόλις επατούσε τον φλιόν της εισόδου της Χαρίκλειας, ένα βαρύ προύντζινον μπρίκι καταφθάνον ορμητικώς από τα βάθη της κουζίνας τον συνήντησεν εις την φαλακράν του κεφαλήν.
— Αιμάτωσε! πω πω! σου τ’ άνοιξε η στρίγλα! Εφώναξεν η γυναίκα του τρέχουσα έξω και ψαύουσα το λείον κεφάλι του συζύγου.
Και πράγματι ερυθρά γραμμή αίματος κατήρχετο προς την οφρύν του κυρ Μελέτη εκ του τραύματος, το οποίον ευτυχώς ήτο ελαφρότατον.
Αλλ’ η κυρά Χαρίκλεια, ο δράστης, επρόφθασεν αμέσως και έκλεισε την πόρτα αφήσασα το ανδρόγυνο έξω.
Η λογομαχία εστράφη ήδη μεταξύ της Μελέταινας και του τραυματίου συζύγου, ο οποίος έρριπτε τας ευθύνας της συμφοράς εις τον ορμητικόν χαρακτήρα εκείνης που κατέβηκε κάτω και ήθελε ν’ ανοίξη φασαρίες.
— Το νερό! Το νερό! Το νερό! ηκούσθησαν τα παιδιά φωνάζοντα από πάνω.
Και εγέμισε το σπίτι από τον θόρυβον του νερού που έτρεχεν ήδη πλουσιώτατον από την βρύσιν.
Το ηγιασμένο ύδωρ έφθασε χάρις εις την Χαρίκλειαν, η οποία ευσπλαγχνικώς το άφησε τότε διά να πλύνη ο τραυματίας το κεφάλι του.
Η κυρά Μελέταινα λυσσαλέως βριζολογούσα ανήλθε την σκάλαν, την ηκολούθησε δε και ο σύζυγος κρατών το τραύμα διά της παλάμης.
— Έλα να πλυθής απ’ τ’ αγιασμένο νερό. Θα σου περάση! του είπε.
Και ο κυρ Μελέτης θλιβερώς:
— Αχ! Δεν πετάγεσαι καλλίτερα εδώ στο φαρμακείο να πάρης λίγο… μολυβόνερο!”

διάβασε και αυτό  Αυστηρότατοι έλεγχοι του Λ.Σ. - ΕΛ.ΑΚΤ. από αύριο στην ακτοπλοΐα

 

Facebook Comments
Sample Codes

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Recommended
Συνάντηση πραγματοποίησαν ο Υπουργός Οικονομικών Χρήστος Σταικούρας και ο Υπουργός…
Cresta Posts Box by CP
Content | Menu | Access panel
Facebook
error: Content is protected !!