App Icon

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης Η Μάχη στα Δερβενάκια

Στίς 24 Ιουλίου 1822, ο Δράμαλης έστειλε 6000 ιππείς στό Κεφαλάρι γιά νά εξακριβώσει τίς διαθέσεις τών Ελλήνων. Οι Έλληνες μέ επικεφαλής τόν Δημήτρη Παπατσώνη, τόν Κώτσο Βούλγαρη, τόν Κωνσταντίνο Παλαμήδη, τόν Γεώργιο Μαυρομιχάλη, τόν Πάνο Κολοκοτρώνη καί τόν Δημήτριο Τσώκρη, οχυρώθηκαν στούς γύρω λόφους καί τούς υποδέχτηκαν μέ πυροβολισμούς. Οι Τούρκοι όμως είχαν έρθει μόνο γιά νά εποπτεύσουν καί επέστρεψαν στό Άργος.

Ο πασάς είχε πάρει τήν απόφασή του, αλλά έπρεπε νά ξεγελάσει τούς γκιαούρηδες γιά τίς πραγματικές του προθέσεις. Έτσι ανέθεσε σέ ένα Χριστιανό προδότη αυτή τήν αποστολή. Πράγματι, ο γραμματικός τού Δράμαλη Παναγιώτης Μανούσος έφθασε στό Κεφαλάρι μέ γραφή από τό Δράμαλη, μέ τήν οποία ο Τούρκος σερασκέρης προσκαλούσε τούς ραγιάδες νά παραδώσουν τά άρματα υποσχόμενος “εν ονόματι τού θεοστήρικτου καί πολυεύσπλαχνου σουλτάνου”, πλήρη αμνηστεία. Εμπιστευτικά όμως ο προδότης Μανούσος βεβαίωσε τούς Έλληνες στό όνομα τού Χριστού καί τής Παναγίας, ότι ο Δράμαλης είχε σκοπό νά κινηθεί πρός τήν Τριπολιτσά καί νά κλείσουν τά περάσματα. Όλοι τόν πίστεψαν πλήν ενός. Εκείνος πού είχε ζήσει τίς προδοσίες τών Ελλήνων είκοσι χρόνια πρίν, όταν τόν κυνηγούσαν οι προεστοί, οι παπάδες καί οι Τούρκοι, δέν έδωσε πίστη στά λόγια τού λακέ τού Δράμαλη.

Στό συμβούλιο πού επακολούθησε φυσικά ξαναέγινε τσακωμός καί ο Κολοκοτρώνης μόνος μέ τά παλληκάρια του έφυγε γιά τή Νεμέα. Ο Μαυρομιχάλης μέ τούς δικούς του δέν ακολούθησε. Στίς 26 Ιουλίου 1822, ημέρα Τετάρτη ο Κολοκοτρώνης μέ τήν ανατολή τού ηλίου άρχισε νά μετράει τούς στρατιώτες του γιά νά τούς ορίσει τίς θέσεις τους. Εκείνη τήν ώρα οι βίγλες ανάψανε φωτιές στίς ράχες τών βουνών. Τό τούρκικο ασκέρι είχε βγεί από τό Άργος καί κατευθυνόταν πρός τήν Κόρινθο. Μία μέρα νά καθυστερούσε ο Κολοκοτρώνης νά φτάσει στή Νεμέα καί ο Δράμαλης θά έφτανε ατουφέκιστος στήν Κόρινθο.

Ο δημόσιος ή αφεντικός λιθόστρωτος δρόμος (καλντερίμι από τό βυζαντινό καλιδρόμιον), πού οδηγούσε στήν Κόρινθο ήταν κατάλληλος γιά νά τόν διαβεί τό μεγάλο ασκέρι τού αλαζόνα πασά. Αυτόν θά ακολουθούσε ο Δράμαλης καί όχι τά δύσβατα μονοπάτια. Καί αυτός ο δρόμος περνούσε από τά Δερβενάκια, ανατολικά από τή Νεμέα. Στά Δερβενάκια λοιπόν θά έστηνε τήν παγίδα ο αρχηγός, ο οποίος χωρίς νά χάσει καιρό, ανέβηκε στήν οροφή ενός σπιτιού καί μίλησε στά παλληκάρια του.

«Έλληνες, σήμερα εγεννήθημεν καί σήμερα θά πεθάνωμεν διά τήν σωτηρίαν τής πατρίδος μας καί διά τήν εδικήν μας. Ιδού τί πρέπει νά κάμετε, αμέσως νά πάτε στά κονάκια σας νά πάρετε τό ταΐνι (τροφή) σας. Εδιάταξα νά σάς δοθή καθώς καί τά φουσέκια, αλλά νά ήσθε έτοιμοι στό γελέκι (χωρίς αποσκευές) όλοι οι δυνατοί. Τούς δέ αδύνατους καί τά περιττά πράγματα, τά ζώα καί ταίς καπόταις σας νά τά στείλετε εις τό αντικρυνό βουνό τού Αγίου Γεωργίου, όπου εδιέταξα νά πάν καί τά δικά μου πράγματα. (Σέ εκείνο τό βουνό ο Κολοκοτρώνης μετακινούσε τά μουλάρια διαρκώς ώστε νά φαίνεται από μακρυά μεγάλη δύναμη καί νά στραφούν οι Τούρκοι στίς Χρυσοκουμαριές πού τούς περίμεναν κρυμμένοι οι άντρες τού Αντώνη Κολοκοτρώνη καί τών υπολοίπων).

Απόψε ήλθεν η Τύχη τής πατρίδος μας (εννοεί τήν Παναγία) καί μού είπεν ότι είμεθα νικηταί τόσον πολύ, όπου άλλην νίκην καλλιτέραν από τήν σημερινήν δέν εκάναμεν, αλλ’ ούτε θέλομεν κάμει. Έχω τόσην βεβαιότητα νά σάς ειπώ νά μήν πάρετε ούτε τά άρματά σας, διά νά πάρωμεν τών Τούρκων. Σήμερα ο καθείς από εμάς θά καταδιώκη πολλούς, θά πάρητε λάφυρα πολλά καί τούς θησαυρούς τού Αλή πασιά θά τούς μοιράσετε μέ τό φέσι τά φλωριά. Τά χρήματα πού έχουν οι Τούρκοι είναι χρήματα χριστιανικά. Τά είχεν ο τύραννος τής Ηπείρου παρμένα από τούς αδελφούς μας. Ο Άγιος Θεός μάς τά έστειλε καί είναι κελεπούρι δικό μας.

Αύριον αυτήν τήν στιγμήν θά σάς ιδώ όλους μέ τ’ άρματα τών Τούρκων, μέ τ’ άλογά τους, λαμπροφορεμένους μέ τά ρούχα τους. Ο Θεός είναι μέ ημάς νά μή σάς μέλλη τίποτε, πηγαίνετε νά ετοιμασθήτε καθώς σάς είπα καί νά ελθήτε εδώ όλοι νά ξεκινήσωμεν μαζί.»

Ο αρχηγός έστειλε αμέσως επιστολές γιά ενισχύσεις, αλλά τά μηνύματα δέν έφτασαν εγκαίρως στόν προορισμό τους. Εν τώ μεταξύ, ο Κολοκοτρώνης μέ τό κυάλι του προσπαθούσε νά μαντέψει τήν ακριβή πορεία τού εχθρού. Έστειλε τόν Φωτάκο (Φώτιο Χρυσανθόπουλο) νά δεί πόσες κολώνες είναι ο εχθρός. Ο Φωτάκος έτρεξε μέ τό άλογο καί είδε ότι μία κολώνα τού εχθρού κατευθυνόταν πρός τά Δερβενάκια καί έριξε έναν πυροβολισμό, όπως είχαν συνεννοηθεί.

Μόλις άκουσε τόν κρότο από τήν πιστόλα τού Φωτάκου, ο Κολοκοτρώνης έβαλε τόν Γεώργιο Δημητρακόπουλο μέ 700 Αλωνιστιώτες στό Αγριλόβουνο, (ονομασία πού πήρε από τίς πολλές άγριες ελιές πού είχε). Απέναντι στό Παναγόβουνο έστειλε άλλους 700 Δημητσανίτες μέ αρχηγούς τούς Αντώνη Κολοκοτρώνη, Ζάκκα καί Ζέρβα, κλείνοντας καί από τίς δύο πλαγιές τό στενό τών Δερβενακίων. Στό Παληόχανο καί στίς Χρυσοκουμαριές έβαλε 800 άνδρες καί τούς έκρυψε μέσα στά χαμόκλαδα καί τούς θάμνους, ώστε νά μήν διακρίνονται καθόλου από τόν εχθρό. Δυτικότερα στό χωριό Ζαχαριά, οχυρώθηκαν 150 άνδρες υπό τόν ιερέα Δημήτριο Χρυσοβιτσιώτη.

«Οι Τούρκοι εβγαίνανε από τό Κάστρο (Λάρισα Άργους) καί οι ομπροστινοί εκαρτερούσαν νά συναχθούν όλοι. Όσο νά συναχθούν οι Τούρκοι, έβαλα τές σημαίες καί τά ζώα καί καπότες (κάπες), τά έβαλα όλα εις μία ράχη, διά νά νομίσουν, ότι εκεί είναι οι πολλοί στρατιώτες καί νά κάμουν κάτω, νά μήν έλθουν επάνω μας καί μάς χαλάσουν. Εγώ εστεκόμουν μέ δέκα ανθρώπους στήν κορφή, οι ψυχογιοί μέ τά μουλάρια αράδα. (Ο στρατός ήταν τόσο μεγάλος, ώστε ενώ η εμπροσθοφυλακή είχε πλησιάσει στά Δερβενάκια, η οπισθοφυλακή έβγαινε από τήν πόλη τού Άργους. Ο Κολοκοτρώνης ήταν σέ μία πλαγιά χωρίς στρατιώτες καί είχε βάλει πολλά μουλάρια στήν κορυφή σκεπασμένα μέ κάπες καί τά πηγαινοέφερνε ώστε νά φαίνεται ότι υπάρχει ισχυρός στρατός σέ εκείνο τό σημείο).

Τού δέ Νικήτα ο πεζός τού είπε, ότι εβγήκαν οι Τούρκοι, καί όχι ότι έρχονται ν’ απεράσουν εις τό Δερβενάκι. Οι Κορίνθιοι εσκόρπισαν. Ο Κολιόπουλος (Δημήτριος Πλαπούτας) έξι ώρες αλάργα, ενύκτωσε έως νά πάγει εκεί ο πεζός. (Ο Κολοκοτρώνης έστειλε αγγελιοφόρους νά ειδοποιήσουν τόν Νικηταρά, τόν Πλαπούτα καί τόν Παπανίκα μέ τούς Κορίνθιους, αλλά αυτοί δέν εξετέλεσαν σωστά τήν αποστολή τους. Δυστυχώς η αναρχία καί η έλλειψη πειθαρχίας είχαν ως αποτέλεσμα νά μήν συγκεντρωθούν τά στρατεύματα πού έπρεπε. Μόνο ο Νικηταράς κατάφερε καί ήρθε τήν τελευταία στιγμή καί κτύπησε τούς Τούρκους στόν Άγιο Σώστη).

Στές 3 η ώρα συνάχθηκαν όλοι οι Τούρκοι, καί οι πασάδες ήτον στήν πίσω μεριά. Οι δέ έξι χιλιάδες, πού ήταν εις τούς Μύλους, δέν είχαν βάρδια διά νά ιδούν, ότι άδειασε τό Άργος, νά έλθουν από κοντά. (Οι άνδρες τού Πετρόμπεη δέν κουνήθηκαν από τούς Αργίτικους Μύλους ή Κεφαλάρι, γιά νά έρθουν νά βοηθήσουν στά Δερβενάκια. Αν κτυπούσε καί ο Πετρόμπεης η συντριβή τού Δράμαλη θά ήταν ακόμα μεγαλύτερη).

Οι 4 κολόνες τούς είχα τεμπίχι (προειδοποίηση), νά μήν κάμουν αρχή πολέμου, παρά αφού ακούσουν τά δέκα τουφέκια, καί έτζι εστέκονταν. Οι Τούρκοι, σάν εσυνάχθηκαν όλοι, διέταξε ο πασάς νά κινήσει η μπροστέλα. Καί έτζι οι Τούρκοι εξεκαβάλικαν διά τόν τόπο καί εκίνησαν μέ τά πόδια, καί ο Αντώνης ήτον ταμπουρωμένος. Ο Αντώνης εκτύπησε, αφού έφθασαν εκατό βήματα οι Τούρκοι καί εκράτησαν καμμιά δεκαριά Τούρκους. Εκείνοι έδωσαν τές πλάτες καί έκαμαν κατά τόν Άγιο Σώστη, καί εκεί είναι ρεύματα, καί επήρε τό ασκέρι τό τούρκικο τές ράχες. (Ο Αντώνης Κολοκοτρώνης κτύπησε από τήν Παναγοράχη τούς Τούρκους καί τούς έκλεισε τά Δερβενάκια καί έτσι αυτοί στράφηκαν μέσω ενός στενού περάσματος πρός τόν άλλον δρόμο πού περνούσε από τό μοναστήρι τού Αγίου Σώστη).

Ο Αντωνάκης δέν έπεσε κοντά εις εδαύτους, παίρνει ένα μπαϊράκι μέ τριάντα νομάτους καί πέφτει εις τόν Άγιο Σώστη εμπρός, οι Τούρκοι εγένηκαν τρείς κολόνες, μία οπίσω, οι πασάδες, μία στήν μέση, η άλλη κατά τόν Αντωνάκη. Έως 10000 εκίνησαν κατά τόν Αντωνάκη. Οι τριάντα εσκότωσαν πολλούς, δύο μόνον εσκοτώθηκαν, ανίψια μου. (10000 Τούρκοι πού είχαν περάσει από τό στενό τού Αγίου Σώστη, αφού είχε κοπεί ο δημόσιος δρόμος τών Δερβενακίων, κατάφεραν καί βγήκαν στήν πεδιάδα τής Κουρτέσας καί από εκεί πήγαν στήν Κόρινθο).

Ακούοντας ο Νικήτας, ο Υψηλάντης, ο Φλέσσας, έφθασαν εις τόν Άγιο Σώστη καί έπιασαν τόν δυνατότερον τόπον εις τόν Άγιο Σώστην. Τό μεσιανό στράτευμα όπου εσκότωναν οι Έλληνες, έδωσε νά περάσει καί εκείνο, καί έπεσεν εις τόν Νικήτα. Εκεί εσκότωσαν έως 1000. (Όταν ήρθε ο Νικηταράς, έπιασε τόν Άγιο Σώστη κλείνοντας καί αυτό τό πέρασμα, αναγκάζοντας τούς πασσάδες νά γυρίσουν πίσω στήν Γλυκειά, τή σημερινή Τίρυνθα).

Επέρασε καί αυτήνη η κολόνα κατά τήν Κουρτέσα καί έσμιξε μέ τούς αλλουνούς, οι δέ πασάδες πού έμειναν οπίσω ενύκτωσε καί δέν ημπόραγαν ν’ απεράσουν. Ομίλησαν τούς Έλληνας καί τούς είπαν: “Ποιός καπετάνιος ομπροστά;” αποκρίθηκε ένας παπάς από τό Χρυσοβίτζι: “Ο Κολοκοτρώνης είναι”



Η εμπροσθοφυλακή τού Δράμαλη μπήκε στά Δερβενάκια καί προχώρησε πρός τό Παληόχανο, τό απόγευμα τής ίδιας μέρας. Οι προπορευόμενοι ήταν Αλβανοί, δηλαδή οι καλύτεροι μαχητές τού οθωμανικού στρατού, οι οποίοι καί ζήτησαν από τόν Κολοκοτρώνη νά τούς αφήσει νά περάσουν. Ο αρχηγός καθυστερούσε νά απαντήσει γιά νά πέσει λίγο ο ήλιος καί νά τόν έχουν απέναντί τους οι Τούρκοι, αλλά καί γιά νά έρθει μεντάτι ο Νικηταράς, πού βρισκόταν στό χωριό Στεφάνι.

διάβασε και αυτό  Έργα ύψους 35 εκατ. ευρώ στις Περιφέρειες Δυτ. Μακεδονίας, Ηπείρου και Πελοποννήσου στο «Αντώνης Τρίτσης»

«Τότε ο αρχηγός έβαλε τήν φωνήν. “Επάνω τους Έλληνες καί μή φοβάστε, σκοτώστε όσους θέλετε από δαύτους”.

Αφού άκουσαν οι κρυμμένοι εις τά χαμόκλαδα τήν φωνήν τού αρχηγού ο καθένας έρριχνε τά τουφέκια των ώστε όλο τό πλάγι εκάπνισε καί εφώναζαν όλοι επάνω τους. Οι Τούρκοι βλέποντες τήν χωσιά (ενέδρα) έστριψαν ευθύς ταίς πλάταις όλοι καί ετραβούσαν κατά τόν Άγιον Σώστην. Τότε ο Αντώνης Κολοκοτρώνης, ο γέρο Μάρκος Κολοκοτρώνης, οι σωματοφύλακες τού αρχηγού καί οι Αρκουδορεματίτες επήραν τόν ζυγόν καί τό βουνό Πανάγο, από δίπλα τών Αλβανών διά νά μή πάρουν οι Τούρκοι τήν ράχην καί πέσουν εις τόν δημόσιον δρόμον, ο οποίος πάει εις τήν Κουρτέσαν.

Αι φωναί τού αρχηγού, “βάρτε τους”, έκαμαν τούς στρατιώτας νά κυνηγήσουν τούς Τούρκους εις όλην τήν ρεμματιάν καί τό πλάγι διά νά πάν εις τόν Άγιον Σώστην. Δέν δυνάμεθα νά περιγράψωμεν τόν θρήνον καί ταίς φωναίς τών Τούρκων. Όλοι Τούρκοι καί Έλληνες ανεκατώθησαν καί όποιος εδύνατο εσκότωνε τόν άλλον. Οι Τούρκοι από τήν πολλήν τους βίαν νά κολλήσουν τό βουνόν καί όταν εύρισκαν καμμίαν αντίστασιν από τούς Έλληνας, είτε απαντούσαν κανένα τόπον κρημνώδη καί δύσβατον, άφηναν όλα τους τά πράγματα, τά άλογά των καί τά φορτηγά ζώα των.

Τέλος πάντων οι εμπροστινοί Τούρκοι έφθασαν εις τόν Άγιον Σώστην καί εκαθάρισε ο δημόσιος δρόμος (Δερβενάκια), ο οποίος βγαίνει από τήν ρεμματιά εις τόν κάμπον εις τό Χαρβάτι (Μυκήνες). Οι πασιάδες όμως όλοι καί ο ίδιος Δράμαλης μέ 7000 καβαλαραίους, μέ ταίς 500 καμήλαις των καί μέ τά φορτηγά των ζώα καί τά κανόνια, ταίς μπάλαις καί όλαις ταίς αποσκευαίς τού πολέμου, καί τούς αρρώστους των έμειναν πίσω καί ούτω τό τουρκικόν στράτευμα εχωρίσθη εις δύο. Οι μέν ετράβηξαν νά περάσουν τόν Άγιον Σώστην καί οι Έλληνες, άλλοι μέν τούς ετουφέκιζαν από πίσω από ταίς πλάταις, ο δέ Αντώνης Κολοκοτρώνης καί λοιποί έπιασαν τόν ζυγόν καί δέν τούς άφησαν νά γύρουν τήν άλλην πλευράν τού βουνού, αλλά τούς έσπρωξαν κατά τόν Άγιον Σώστην πού είναι μονοπάτι στενό. Εδώ οι Τούρκοι ηύραν τόν τόπον αφύλακτον καί επέρασαν κοντά 10000 πεζοί καί καβαλαραίοι.»

Όταν ξέσπασε η φωτιά καί τό τουφεκίδι, οι Τουρκαλβανοί αιφνιδιάστηκαν. Δυσκίνητοι καθώς ήταν μέσα στό πλήθος τών αμαξών καί τών υποζυγίων δέν είχαν τήν άνεση νά κινηθούν μέσα στό φαράγγι. Οι Έλληνες ξεχύθηκαν μέ τά γιαταγάνια γυμνά από τίς πλαγιές τών δύο βουνών (Αγριλόβουνο καί βουνό Πανάγου) καί έκλεισαν τόν δρόμο τών Δερβενακίων, μέ αποτέλεσμα οι εχθροί νά ψάξουν γιά διέξοδο στό δρόμο πού περνούσε από τό μοναστήρι τού Αγίου Σώστη, λίγο ανατολικώτερα. Οι περισσότεροι από αυτούς χάθηκαν στή θέση Ανεμόμυλος, όπου τούς συνέτριψε τό σώμα τού Αντώνη Κολοκοτρώνη.

Εκεί πού έβλεπε μέ τό κυάλι του ο Κολοκοτρώνης τήν εξέλιξη τής μάχης, είδε ένα νεαρό τσοπάνη πού σταυροκοπιόταν καί έλεγε.

– “Παναγιά μου βοήθησέ μας”.

– “Τί κάνεις εκεί ωρέ; Τράβα νά σκοτώσης Τούρκους.”

– “Δέν έχω άρματα καπετάνιο. Μέ τί νά τούς σκοτώσω;”

– “Μέ τή γκλίτσα σου ωρέ.”


Πράγματι μετά από πολύ ώρα όταν επανήλθε ο τσοπάνης στόν αρχηγό, ήταν πάνοπλος καί ο Κολοκοτρώνης δέν τόν γνώρισε.

– “Ποιός είσαι τού λόγου σου ώρε;”

– “Δέν μέ γνώρισες καπετάνιε; Είμαι ο τσοπάνης πού μ’ έστειλες νά σκοτώσω Τούρκους!”


Γύρω στούς 10000 Τούρκους πρόλαβαν νά περάσουν από τό στενό τού Αγίου Σώστη καί νά ξεχυθούν στήν πεδιάδα τής Κουρτέσας, όπου ήταν ανοικτός ο δρόμος πρός τήν Κόρινθο. Όμως όσοι πρόλαβαν πρόλαβαν, γιατί έφθασε ο Νικηταράς ο Τουρκοφάγος μαζί μέ τούς Παπαφλέσσα, Υψηλάντη, Νικήτα Φλέσσα, Γεώργιο Φλέσσα, Ιωάννη Φλέσσα, Δημήτριο Φλέσσα, Παπαρσένη Κρέστα, Χατζηχρήστο, Δημήτρη Κριεζή, Διονύσιο Ευμορφόπουλο, Παναγιώτη Κεφάλα καί άλλους 1000 άντρες καί έκλεισαν καί τό στενό τού Αγίου Σώστη. Οι Τούρκοι τότε παγιδεύτηκαν σέ δύο πυρά καί η μάχη μετατράπηκε σέ σφαγή. Τό σκοτάδι ήρθε σάν σωτήρας γιά τούς παγιδευμένους μουσουλμάνους, διότι τότε σταμάτησαν οι πυροβολισμοί από τό μέρος τών Ελλήνων καί ακούγονταν μόνο οι κραυγές τών τραυματισμένων ανθρώπων καί τά γρυλίσματα τών καταπλακωμένων ζώων.

«Τώρα δέν είναι μάχη ετούτο, είναι σφαγή. Μέσα στό ρέμα η τούρκικη κολόνα, χτυπημένη, αναγκασμένη, δέν πολεμάει, γίνεται πηγμένη μάζα, σιδερένιος, πελώριος λοστός, πού σπρώχνει μέ τή φυσική δύναμη τού κορμιού μονάχα, ν’ ανοίξει δρόμο κατά τήν Κουρτέσα καί τήν Κόρινθο. Τό καταφέρνει κάποτε, μά ανάμεσα τού Άη-Σώστη καί τής ρεματιάς γίνεται άγριος χαλασμός. Από μπροστά χτυπάει ο Νικήτας, από πίσω τά παλικάρια τού Κολοκοτρώνη. Ο Αντώνης, ο γέρο Μάρκος, πού θυμήθηκε τά καλύτερα χρόνια τής κλέφτικης ζωής κι’ οι αδελφοί Φλεσσαίοι από τά πλάγια.

Οι Τούρκοι σαστίζουν, τά χάνουν, τσακίζουν, όλα τά κοτρώνια, τά βράχια, τά σκίνα, τά θυμάρια τούς φαίνονται σάν Έλληνες μέ γιαταγάνια. Οι καπνοί τούς τυφλώνουν, ο βρόντος τών αρμάτων κι’ ο φοβερός αντίλαλος στά φαράγγια τούς ζαλίζει, βόλια, λιθάρια, σπαθιά κοφτερά, όλα καταπάνω τους. Άλλος γλυτωμός δέν είναι απ’ τή φυγή, αφήνοντας τά πάντα ρίχνονται σάν ποτάμι μπροστά. Μά σά φτάνουν στόν Άη – Σώστη αντικρίζουν πυκνή τή φωτιά, βάζουν τό χέρι στά μάτια, νά μή βλέπουν καί πέφτουν στό ρέμα.

Καί καθώς είναι απ’ τή μιά μεριά τ’αναμμένο μολύβι τών Ελλήνων κι’ απ’ τήν άλλη κατηφοριά καί γκρεμός, κυλούν μοιραία οι περισσότεροι εκεί μέσα, μέ γδούπους, κρότους ξεφωνητά τρομάρας, θρήνους, άλογα σκοτωμένα μ’ ανθρώπους γερούς, νεκροί μέ ζωντανούς, λαβωμένοι μέ μουλάρια, μ’ όλα τά σαμάρια καί τά φορτώματα. Κεφάλια κυλούν από τά κορμιά χωρισμένα καί παντού τρέχει το αίμα.

Κι’ αυτός ο ήλιος πού βυθά, σ’ ολοπόρφυρο σύγνεφο, σάν κεφάλι φαίνεται, κομμένο, μέσα στά αίματα. Είναι τέτοιο φριχτό ανακάτωμα, πού οι Έλληνες τήν άλλη μέρα, τραβούν μέ σκοινιά τούς ζωντανούς από τή ρεματιά. Ο σκοτωμός δέν έπαυε ούτε τή νύχτα. Κι’ όταν δέν βλέπουν πιά, ρίχνουν στά στραβά, στό σωρό, στή βουή τού εχθρού πού ακόμα περνάει τρέχοντας νά γλιτώσει κατά τήν Κουρτέσα. Όλη νύχτα στό μέρος τούτο ακούγονται καλπασμοί αλόγων, αφηνιασμένων, πού ‘χαν χάσει τόν καβαλάρη τους. Κι’ έτρεχαν εδώ κι εκεί καί χλιμιντρούσαν, βογκητά λαβωμένων καί φωνές από τούς χαμένους, σκόρπιους ανθρώπους.»
Σπύρου Μελά “Ο Γέρος τού Μωριά”

Οι ελληνικές απώλεις ήταν ελάχιστες. Σκοτώθηκαν τρία ανήψια τού Κολοκοτρώνη καί ο Κώστας Οικονομόπουλος από τό Αρκουδόρεμα Γορτυνίας. Μετά τή μάχη, τό τουρκικό στράτευμα κόπηκε στά δύο. Οι πασάδες πού δέν κατάφεραν νά περάσουν γύρισαν πίσω καί πήγαν πρός τήν Γλυκειά (Τίρυνθα), αφού οι Τούρκοι τού Ναυπλίου δέν τούς επέτρεψαν νά εισέλθουν στήν πόλη.

Εκείνη τή μέρα τής 26ης Ιουλίου 1822, 4000 τούρκικα κουφάρια σκέπασαν τά Δερβενάκια καί ο θάνατός τους σήμανε τήν δημιουργία τού νέου ελληνικού κράτους. Σήμανε τή δημιουργία συνόρων τά οποία θά εξασφάλιζαν σύμφωνα μέ τόν Καποδίστρια τή δικαιοσύνη καί τήν ελευθερία στόν Έλληνα. Σήμανε τήν εδραίωση ενός καί μόνο ενός πολιτισμού, τόν οποίο τόν συνεχίζουμε εδώ καί 3000 χρόνια, σήμανε τόν διωγμό όλων τών αλλόφυλων κατακτητών πού ήρθαν απρόσκλητοι στήν πατρίδα μας, σήμανε τήν κυριαρχία μας στά χώματα τών παππούδων μας.

διάβασε και αυτό  Εγκαίνια 48ο Φεστιβάλ Βιβλίου από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας

«Καθ’ όλον αυτόν τόν δρόμον μας εις τήν ρεμματιάν τήν νύχτα ευρίσκαμεν κατάστρατα πτώματα Τούρκων καί ακούαμε εις τά πλάγια διάφοραις φωναίς πονεμέναις παιδιών πάσης ηλικίας, γυναικών καί τών πληγωμένων καί μάς εκυρίευσε φόβος καί τρόμος έως νά περάσωμεν όλην τήν ρεμματιάν καί εδώ και εκεί έπεφταν καί τουφέκια.

Τί ήταν αυταίς οι φωναίς; Οι Τούρκοι είχαν σκλαβώσει, όθεν επερνούσαν κατά τά Δερβενοχώρια τά Μεγάλα τής Κορίνθου καί αλλού Χριστιανούς καί είχαν πάρει μαζί τους καί κάμποσαις φαμίλιαις. Όλους τότε τούς σκλάβους των τούς άφησαν εις τήν απώλειαν καί όπου ευρέθη ο καθένας τήν νύχτα μέσα εις τόν λόγκον έμεινε καί δέν ήξευρε πού νά πάη. Έκλαιε τόν πόνον του καί εφώναζε τούς γνώριμούς του άλλος τούρκικα, άλλος αρβανίτικα καί άλλος ρωμέϊκα: Όρε Χασάνη, όρε Δερβίση, όρε Αχμέτ, όρε Θανάση, όρε Κωνσταντή, γιάμ Γκέκα, γιάμ Σκόνδρα, γιάμ Χριστιάν. Εγώ είμαι Χριστιανός, εγώ είμαι σκλάβος.

Έως νά περάσωμεν καί νά έβγωμεν εις τό Παληόχανον από τό φόβον μας, από τήν λύπην μας καί τήν πείνα μας ήλθεν η ψυχήν μας εις τά δόντια μας. Τά άλογά μας επατούσαν τούς νεκρούς καί φοβισμένα καί κουρασμένα από τόν πολύν δρόμον τά ταλαίπωρα ζώα εβαρέθηκαν καί αυτά τήν ζωήν των. Έβλεπαν τούς ανθρώπους ξαπλωμένους κατά γής εδώ καί εκεί όπου εβόγκαγαν καί εξεψύχαγαν καί οι πληγωμένοι ετινάζοντο από τούς πόνους.

Τέλος πάντων εβγήκαμεν εις τόν τόπον τόν ήσυχον εις τό Παληόχανον, όπου ο δρόμος πάγει εις τήν κωμόπολιν Άγιον Γεώργιον. Εκεί ηύραμεν τούς στρατιώτας, ερωτήσαμεν πού είναι ο αρχηγός καί μάς είπαν ότι επήγε εις τόν Αγιώργη. Τούς είπαμεν τί κάνετε εσείς εδώ; Κουβαλούμεν μάς είπαν τά λάφυρά μας. Είχαν κάμει δύο δρόμους σάν τά μυρμήγκια, ένας πήγαινε καί άλλος ήρχετο. Έπαιρναν τά λάφυρα φορτωμένοι καί τά επήγαιναν εις τόν Αγιώργη εις τά σπίτια, όπου είχαν κονάκι τό κάθε χωρίον μάγκαις μάγκαις.»

Μόνο 2000 ελληνικά τουφέκια ήταν στά Δερβενάκια καί έκαναν τόση ζημιά. Οι υπόλοιποι καί κυρίως οι πολιτικοί απουσίαζαν. Ας μή γελιόμαστε. Ανέκαθεν λίγοι ήταν οι Έλληνες πού αγωνίστηκαν γιά αυτή τήν πατρίδα. Στίς Θερμοπύλες ήταν λίγοι. Στά τείχη τής Πόλης ήταν λίγοι. Στά Δερβενάκια ήταν λίγοι. Σήμερα πού γράφονται αυτές οι γραμμές (2012), τό βιώνουμε καθημερινά. Πλήθος Ελλήνων έχουν ταχθεί στό πλευρό τής παγκοσμιοποίησης, τού πολυπολιτισμού καί τής τουρκαλαγνείας. Κανάλια, πολιτικοί, κόμματα, συνδικαλιστές, πανεπιστημιακοί, εκπαιδευτικοί, δημοσιογράφοι, επιχειρηματίες, καλλιτέχνες, συγγραφείς συνεργάζονται μέ τόν προαιώνιο εχθρό τής Ρωμιοσύνης, τόν γενοκτόνο τής Μικράς Ασίας, τόν πορθητή τής Πόλης μας. Υμνούν τήν τουρκοκρατία καί ποθούν νά τήν επαναφέρουν. Οι υπόλοιποι παρακολουθούν τόν Σουλεϊμάν τόν Μεγαλοπρεπή πού προβάλλει η ελληνική; τηλεόραση καί ο οποίος κατά τή διάρκεια τής τυραννίας του αφάνισε εκατοντάδες ρωμέϊκα χωριά, άρπαξε δεκάδες χιλιάδες σκλάβους, τούς οποίους τούς είχε αλυσοδεμένους στίς γαλέρες του, έκανε γενίτσαρους μυριάδες ελληνόπουλα καί άρπαξε γιά τά χαρέμια του πλήθος από νεαρές Χριστιανές.

«Ευρισκομένων λοιπόν τών ανωτέρω εκεί καί ουδεμίαν ειδοποίηση λαβόντων διά τήν εις τήν Κόρινθον επιστροφήν τού Δράμαλη, καί ανέτοιμων όντων, αίφνης τούς ειδοποιούν αι σκοπιαί των, ότι πλήθος Τούρκων έφθασαν εις τάς Μυκήνας, εις τόν τάφον τού Αγαμέμνωνος, καί διευθύνονται εκεί. Έτρεξαν εκείνοι ευθύς καί κατέλαβον τάς οχυρωτέρας θέσεις καί συγχρόνως έφθασε καί η εμπροσθοφυλακή τού εχθρού, καί ώρμησεν αμέσως διά νά απεράση τά στενωπά εκείνα μέρη, άλλα τούς εκτύπησαν κατά μέτωπον ατρομήτως, ώστε μ’ όσας προσβολάς απεπειράθησαν νά κάμουν δέν ηδυνήθησαν νά κλονίσουν τήν καρτερίαν τους διά νά προχωρήσουν έν βήμα. Έφθασε καί τό μεγάλον κέντρον, υπέρ τάς είκοσι πέντε χιλιάδας πεζοί τε καί ιππείς καί ώρμησαν αγεληδόν διά νά περάσουν νά σωθούν από τόν κίνδυνον, παραιτήσαντες καί ζώα καί πλούτη καί πάν ό,τι έφερον μεθ’ εαυτών, νά σώσουν μόνον τήν ζωήν τους, ώστε μόλις εξέσπασαν εις έν μέρος καί απέρασαν εις τόν Άγιον Σώστην οκτώ ώς έγγιστα χιλιάδες καί έφθασαν είς τόπον ομαλόν καί διεσώθησαν εις τήν Κουρτέσαν.


Οι δέ λοιποί βλέποντες τήν σωρείαν τών πτωμάτων καί τήν εγκατάλειψιν τών ζώων καί πραγμάτων τους απεδειλίασαν εις τοιούτον βαθμόν, ώστε οπισθοδρόμησαν ατάκτως, τρέχοντες ποίος ν’ απεράση τόν άλλον νά διασωθή, χωρίς νά ρίψη πλέον ουδείς μήτε έν τουφέκι από τήν φρίκην τους. Εφονεύθηκαν υπέρ τάς δύο χιλιάδας καί πεντακόσιοι, τών οποίων τά πτώματα έμειναν εις τό Δερβενάκι. Πόσοι δέ επληγώθησαν, ουδείς οίδε, οι δέ νικηταί ήρπασαν τόσα πλούσια λάφυρα, ώστε εχόρτασαν καί αυτοί καί πολλοί χωρικοί, οίτινες υπήγον μετά τήν μάχην έπειτα μίαν εβδομάδαν, καί εύρισκον διάφορα πράγματα. Επήραν υπέρ τάς πέντε χιλιάδας άλογα καί μουλάρια, εκατόν περίπου καμήλους, άπειρα πολεμοεφόδια καί αποσκευάς όλα τά πέριξ εκείνα χωρία, ώστε δέν είχον τί νά τά κάμουν.

Ο δέ Κολοκοτρώνης, άμα ειδοποιηθείς ότι ο εχθρικός στρατός διευθύνεται πρός τό Δερβενάκι συμπαραλαβών μεθ’ έαυτού τούς ονομαζόμενους σωματοφύλακάς του, τούς οποίους ωνόμαζον οι στρατιώται βλαχοκούταβα καθότι δέν ευρίσκοντο ποτέ εις καμμίαν μάχην άλλ’ ήτον μόνον διά πιλάφι, έως διακόσιους πεζούς τε καί ιππείς ανέβη εις τό ανατολικόν όρος τού Αγιωργιού, απέχον μίαν καί ημίσειαν ώραν τών Δερβενακίων, ως ο προφήτης Ηλίας, καθώς επρομάντευσεν ο γέρων Μαυρομιχάλης, καί εθεώρει μέ τό κανοκιάλι, τήν τρομεράν καί φρικαλέαν εκείνην μάχην χωρίς νά δυνηθή νά δώση εις τούς ατρομήτους εκείνους μαχητάς ουδέ τήν παραμικράν συνδρομήν, αλλά τήν επιούσαν υπήγεν εκεί καί τούς ήρπασε κάμποσα λάφυρα.»
Απομνημονεύματα Κανέλλου Δεληγιάννη (άσπονδου εχθρού καί διώκτη τού Κολοκοτρώνη)

Ο Δράμαλης δέν σκόπευε νά παραμείνει αποκλεισμένος στόν καταραμένο κάμπο τής Αργολίδος. Θά προχωρούσε πάσει θυσία στήν Κόρινθο. Αυτό τό γνώριζε ο Κολοκοτρώνης καί οργάνωσε σχέδιο μέ τό οποίο θά προσπαθούσε νά αποκλείσει τόν πασά, τόν οποίους ήλπιζε νά πιάσει ζωντανό. Έστειλε αμέσως τό Νικηταρά, τόν Δημήτριο Υψηλάντη, τόν Ευμορφόπουλο, τόν Κεφάλα, τόν Χελιώτη, τόν Χατζηγιάννη Σοφικιώτη καί τούς αδελφούς Φλέσσα (Γρηγόριο, Νικήτα καί λοιπούς) νά πιάσουν τό στενό στό χωριό Αγιονόρι, πού βρίσκεται ανατολικά από τό χωριό Στεφάνι καί νότια από τό Χιλιομόδι. Επίσης έστειλε ταχυδρόμο στόν Πλαπούτα γιά νά βιαστεί νά πιάσει τά Δερβενάκια καί ταχυδρόμο στό Γιατράκο γιά νά καταλάβει τό Χαρβάτι (Μυκήνες) καί νά ακολουθήσει από πίσω τό στράτευμα τού Δράμαλη, ώστε νά τό κτυπήσει από τά νώτα στήν κατάλληλη στιγμή. Τό σχέδιο τού αρχηγού ήταν έξυπνο, αλλά ως συνήθως έμεινε στά χαρτιά, διότι γιά διαφόρους λόγους ούτε ο Πλαπούτας πρόλαβε, ούτε ο Γιατράκος κινήθηκε. Ο Γιατράκος ήταν δυσαρεστημένος μέ τόν Κολοκοτρώνη διότι είχε ευνοήσει τόν προσωπικό του αντίπαλο Κρεββατά καί δέν θέλησε νά ακολουθήσει τίς οδηγίες τού αρχιστράτηγου. Πάλι ο Νικήτας Σταματελόπουλος θά έβγαζε τό φίδι από τήν τρύπα.

«Φεύγοντας οι Έλληνες γιά νά πιάσουν τίς καινούργιες θέσεις στό Αγιονόρι, ακούστηκε κάποιος νά τραγουδάη τούτο τό τραγούδι πού είχε κιόλας σκαρώσει:

Οι μπέηδες τής Ρούμελης, τού Δράμαλη οι πασάδες
στό Δερβενάκι κείτονται κορμιά δίχως κεφάλια.
Στρώμα ΄χουνε τή μαύρη γής, προσκέφαλο μιά πέτρα
καί τ’ από πάνω σκέπασμα τού φεγγαριού τή λάμψη.
Κολοκοτρώνης πέρασε μέ τούς καπεταναίους
καί τά κεφάλια τήραε καί τά κορμιά τηράει.

Ο Νικηταράς μέ τούς δικούς του έπιασε μετερίζια πίσω από τούς βράχους στό Αγιονόρι καί τό Στεφάνι. Ο Δράμαλης στίς 27 Ιουλίου τό βράδυ ξεκίνησε γιά τήν Κόρινθο. Δέ θά ξαναπερνούσαν τά ασκέρια του από κείνα τά καταραμένα Δερβενάκια καί τόν Αϊ Σώστη. Διάλεξε τό άλλο πέρασμα. Τό Αγιονόρι. Γιατί θαρρούσε πώς οι Γραικοί δέ θά είχαν προκάνει νά πιάσουν καί αυτό τό στένωμα.

Ξημερώματα στίς 28 Ιουλίου 1822 βρέθηκαν τ’ ασκέρια του στ’ Αγιονόρι. Είδαν όμως τότε πώς κι αυτός ο δρόμος ήταν αποκλεισμένος. Ο σερασκέρης δέν τά έχασε. Θέλει νά ξεσηκώση πρώτα μέ φανατισμό τούς πιστούς τού Αλλάχ. Προστάζει όλους τούς χοτζάδες, μουεζίνηδες, ιμάμηδες πού τόν ακολουθάνε ν’ αρχίσουν αμέσως τό ναμάζι (προσευχή). Μά τίς προσευχές τους οι Έλληνες τίς σκεπάζουν μέ σφυρίγματα, χωρατά καί μέ γιουχαΐσματα.

Οι Τουρκαλβανοί σταματάνε τό δρόμο τους καί κάνουν πίσω. Μά ο Μαχμούτ πασάς Δράμαλης δέν σκιάζεται. Τούς δίνει θάρρος ξεφωνίζοντας: “Χίλιοι μονάχα κλέφτες είναι. Πιάστε τους μέ τά χέρια σας γενναία καί περήφανα παιδιά τού Οσμάν!”

Ξαναμμένοι οι μουσουλμάνοι ρίχνονται στίς ανηφόρες μέ ξεφωνητά καί βρισιές νά πιάσουν τούς Ρωμιούς. Μά τά βόλια τούς αναγκάζουν νά γυρίσουν πίσω καί πολλοί σωριάζονται νεκροί. Τώρα απ’ όλα τά μετερίζια αστραποβροντάνε καριοφίλια.

Ο Νικηταράς όπως πάντα ξεπετιέται πρώτος μέ τήν πάλα στό χέρι καί κατηφορίζει γιά τ’ ασκέρια. Από κοντά πολλοί δικοί του. Από δώ καί πέρα αρχίζει τό μακελειό. Όσους προκάνουν απ’ τούς τρομαγμένους Τούρκους τούς κατακομματιάζουν. Τούς κυνηγάνε ως τό άνοιγμα πού κάνει τό στένωμα.

– Πουλί πώς πάει ο πόλεμος, τό κλέφτικο ντουφέκι;
– Μπροστά πάει ο Νικηταράς, πίσ’ ο Κολοκοτρώνης
καί παραπίσω οι Έλληνες μέ τά σπαθιά στά χέρια.
Γράμματα πάνε κι έρχονται στών μπέηδων τά σπίτια.
Κλαίνε τ’ αχούρια γι’ άλογα καί τά τζαμιά γιά Τούρκους,
κλαίνε μανούλες γιά παιδιά, γυναίκες γιά τούς άντρες
Τάκη Λάππα – Νικηταράς ο Τουρκοφάγος

διάβασε και αυτό  Βασίλης Ραφαηλίδης

Στό Αγιονόρι έγινε τών Δερβενακίων. Τό στενό πέρασμα έγινε ο τάφος περίπου χιλίων Τούρκων. Όταν δέ ένα βόλι από τό τουφέκι τού Νικηταρά κτύπησε τό μπαρούτι, πού ήταν φορτωμένο σέ μία καμήλα, επακολούθησε έκρηξη η οποία προκάλεσε περαιτέρω σύγχυση στόν αποκλεισμένο πλέον εχθρό, αφού τά άλογα αφηνίασαν, έριξαν τούς αναβάτες καί έτρεχαν ασυγκράτητα ποδοπατώντας τούς πεζούς. Οι Έλληνες μέ γυμνά τά γιαταγάνια αποτελείωναν τούς πανικόβλητους εχθρούς πού έπεφταν από τούς γκρεμούς μαζί μέ τά φορτωμένα ζώα τους. Ο Νικηταράς γιά νά πολεμήσει καί τίς τύψεις του από τό θάνατο πού σκορπούσε μέ τό σπαθί του πού τό άλλαξε τέσσερεις φορές, ακούστηκε νά μονολογεί: “Κουράγιο Νικήτα, Τούρκους σφάζεις”.

Ένας άλλος Νικηταράς, ο αδελφός τού Παπαφλέσσα Νικήτας Φλέσσας σκότωσε τόν Τοπάλ Αλή πασά σέ μονομαχία πού ξεκίνησαν μέ τά σπαθιά τους καί κατέληξαν νά μάχονται μόνο μέ τά χέρια. Σάν λάφυρο πήρε τό πανάκριβο αδαμαντοκόλλητο σπαθί τού πασά αξίας 700.000 γροσίων καί μία ακριβή γούνα πού τήν χάρισε στόν αδελφό του Παπαφλέσσα. Οι νεκροί θά ήταν ακόμα περισσότεροι, εάν οι στρατιώτες δέν έπεφταν μέ τά μούτρα στά πλούσια λάφυρα καί στά φλουριά τά οποία μάζευαν μέ τό φέσι όπως είχε προβλέψει ο Κολοκοτρώνης, όταν τούς έλεγε ότι “θά πάρετε τά πλούτη τών Τούρκων πού είναι κλεμμένα από τούς Χριστιανούς”. Γούνες, βαριά χαλιά, χρυσαφικά, ασημένιες πιστόλες, χρυσοστόλιστα γιαταγάνια, πανύψηλα αραβικά άλογα, μουλάρια κατάφορτα μέ πραμάτειες, καμήλες, σκηνές, σημαίες, τουμπερλέκια, αργυρά σκεύη, ήταν μερικά από τά λάφυρα πού μοιράστηκαν οι άντρες τού Νικηταρά τού Τουρκοφάγου.

Ο μόνος πού δέν ακούμπησε λάφυρο ήταν ο αγνός Νικηταράς. Oι άνδρες του τού χάρισαν ένα δαμασκηνό σπαθί (προερχόμενο από τήν περίφημη οπλοποιία τής Δαμασκού τής Συρίας) καί ένα κατάλευκο άλογο χωρίς ουρά, τό οποίο τό χάρισε σέ έναν γραφικό τύπο τής εποχής μέ τό παρατσούκλι “Τσοπανάκος”. Ο Τσοπανάκος, πού ήταν ένας πάμφτωχος καμπούρης, λεγόταν Παναγιώτης Κάλλας, καταγόταν από τήν Δημητσάνα καί ακολουθούσε τό στράτευμα τού Νικηταρά απαγγέλοντας εύθυμους στίχους. Καθότι δέν είχε τά μέσα νά συντηρήσει τό πανύψηλο αραβικό άλογο απήγγειλε στό Νικηταρά τό κάτωθι ποίημα:

Τό δώρο τού Νικηταρά
είν’ άλογο δίχως ουρά
ή μού στέλνεις τό κριθάρι
ή σού στέλνω τό τομάρι.

Ο στρατάρχης Δράμαλης ντροπιασμένος πλέον έχασε μεταξύ άλλων καί τό άλογό του καί τό μόνο πού βρήκε νά καβαλήσει ήταν ένα γαϊδούρι. Έτσι έφτασε στήν Κόρινθο νηστικός καί κουρασμένος. Αλλά εκείνο πού φοβόταν περισσότερο ήταν η οργή τού σουλτάνου του. Τό ασκέρι τών 30000 ανδρών είχε σκορπίσει όπως είχαν σκορπίσει καί οι θησαυροί πού κουβαλούσε. Ο Δράμαλης θά πέθαινε λίγο αργότερα ή θά αυτοκτονούσε γιά νά αποφύγει τήν τιμωρία πού ήταν βέβαιο ότι θά ακολουθούσε.
Πηγη Απομνημονευματα Φωτάκου-Κολοκοτρώνη-agiasofia

Οι Τούρκοι αποκλεισμένοι πλέον στήν Κόρινθο αποδεκατίζονταν από τίς ασθένειες. Καθημερινά έβγαιναν πρός αναζήτηση τροφής ενώ προσπαθούσαν νά διασπάσουν τόν κλοιό τών Ελλήνων καί νά κινηθούν πρός τήν Πάτρα, όπου υπήρχε πλήθος εφοδίων. Οι Τούρκοι πασάδες είχαν εγκαταλείψει πλήρως τόν εξαθλιωμένο στρατό τού Δράμαλη καί δέν ενδιαφέρονταν νά τόν ανεφοδιάσουν, ενώ ο Κολοκοτρώνης είχε πιάσει τά περάσματα καί είχε στήσει στρατόπεδα στό Σούλι Κορινθίας, στά Βασιλικά τού Κιάτου (Αρχαία Σικυών), στό Μάτσανι (Κρυονέρι), στήν Κλένια, στόν Άγιο Βασίλειο, στά Μεγάλα Δερβένια Γερανείων καί στούς υπόλοιπους δρόμους πού οδηγούσαν στήν Κόρινθο. Ο αρχηγός είχε δώσει διαταγές κάθε βράδυ νά ανάβει έκαστος στρατιώτης από τρείς φωτιές ώστε νά φαίνεται ότι η Κόρινθος είναι αποκλεισμένη από χιλιάδες Ρωμιούς ενόπλους.

Στίς 12 Αυγούστου 1822, οι Τούρκοι τής Κορίνθου κινήθηκαν πρός τό Κιάτο, όπου ήταν στρατοπεδευμένοι οι Έλληνες μέ αρχηγούς τόν Γενναίο Κολοκοτρώνη, τόν Παναγιώτη Γιατράκο, τόν Δημήτριο Πλαπούτα καί τούς Πετμεζαίους. Οι εχθροί προσποιήθηκαν ότι οπισθοχωρούν αλλά αυτή τη φορά δέν έφυγαν παρά κρύφτηκαν στά αμέτρητα αμπέλια μέ τίς σταφίδες, πού είχε κάποτε η Κορινθία. Άφησαν κάποια άλογα γιά παγίδα καί περίμεναν. Οι Έλληνες δέν κατάλαβαν τήν χωσιά (ενέδρα) καί βγήκαν χωρίς προφυλάξεις νά αρπάξουν τά άλογα.

Οι Τούρκοι έκαναν ξαφνικό γιουρούσι αιφνιδιάζοντας τό απόσπασμα τού Αναγνώστη Πετιμεζά μέ τούς Φαναρίτες (κατοίκους Αρχαίας Ολυμπίας) καί τούς Μιστριώτες. Ο γενναίος Καλαβρυτινός οπλαρχηγός παρέμεινε στή θέση του μαζί μέ τόν δεκαεπτάχρονο γιό του Σωτήρη, γιά νά συγκρατήσει τούς συντρόφους του πού υποχωρούσαν ατάκτως. Εκεί στή θέση Βασιλικά σκοτώθηκε μέ τό παιδί του καί άλλους εξήντα Έλληνες, μεταξύ τών οποίων ήταν ο παπά – Καλομοίρης από τό Μυστρά καί ο Γιαννετάς από τό Γιοργίτσι.

Εκείνη τήν εποχή έφθανε στή Νεμέα καί ο Άγγλος φιλέλληνας Άστιγξ (Frank Abney Hastings). Ο Άστιγξ είχε γεννηθεί τό 1794 καί ήταν γιός τού στρατηγού Καρόλου Άστιγξ. Είχε υπηρετήσει από μικρή ηλικία στό βρετανικό βασιλικό ναυτικό λαμβάνοντας μέρος στή μεγάλη ναυμαχία τού Τραφάλγκαρ σέ ηλικία μόλις 12 ετών. Μετά όμως από έναν απρόσεκτο χειρισμό του στην πορεία ενός πλοίου που διοικούσε αποτάχθηκε από τό ναυτικό καί έφθασε στήν τουρκοκρατούμενη Ελλάδα γιά νά προσφέρει τίς υπηρεσίες του. Ο Κολοκοτρώνης τοποθέτησε τό νεαρό Άγγλο στό χωριό Κουτσομόδι.

«Ήταν ασκέρι τούρκικο, μιά κοσαριά χιλιάδες.
Ήταν πασάδες ξακουστοί, πολοί ντερεμπεήδες,
δέν ετηράξανε στρατό, μηδέ καί παλληκάρια,
καί άλα – άλα κάνανε, στόν Άγιο Σώστη πάνε.

Μά κεί τούς καρτεράγανε μέ δυνατό ντουφέκι,
ο καπετάν Νικηταράς κ’ οι Κολοκοτρωναίοι.
Δώστε Φωτιά, μωρέ παιδιά, προσέχτε παλληκάρια.
Κ’ ευθύς εξεσπαθώσανε, τούς έδωκαν ντουμάνι,
θέλτε ν’ ακούστε κλάματα, δάκρυα καί μοιρολόγια;

Κλαίνε τ’ αχούρια γι’ άλογα καί τά τζαμιά γι’ αγάδες,
κλαίνε καί οι χανούμισες τούς άντρες, τά παιδιά τους,
τ’ είν το κακό που γίνηκε, τ’ είν’ το κακό που πάθαν,
τής Ρούμελης οι μπέηδες καί τού Μωριά οι λεβέντες;

Στά Δερβενάκια κείτονται, κορμιά χωρίς κεφάλι,
στρώμα ‘χουνε τή μαύρη γης, προσκέφαλο τήν πέτρα,
κ’ έχουνε γιά παπλώματα τούς πάγους καί τά χιόνια.

Κι’ όσοι διαβάτες κι’ άν περνούν στέκουν καί τά ρωτάνε:
κορμιά, πούν τά κεφάλια σας κορμιά πούν τ’ άρματά σας;
– Οι κλέφτες μάς τά πήρανε, οι Κολοκοτρωναίοι,

Το κρίμα ν’ άχει ο Δράμαλης, τ’ ανάθεμα ο Σουλτάνος,
μάς έστειλαν μεσ’ τό Μωριά, τούς κλέφτες νά βαρούμε.
Εδώ κλέφτες δέν πήραμε. Ευρήκαμε λιοντάρια,
στά δόντια σούρνουν τό σπαθί, στά χέρια το ντουφέκι.

Φυσάει αγέρας Κορθινός, μαΐστρος τραμουντάνας
καί πάει τά χαιρετίσματα στού Δράμαλη τ’ ασκέρια.
Πιάνουν καί κάνουν γράμματα στά δόλια τά χαρέμια.

– Νά μή μάς παντυχαίνετε, νά μή μάς καρτεράτε.
Γιατί επαντρευτήκαμε στά Δερβενάκια μέσα,
πήραμ’ τήν πέτρα πεθερά, τή μαύρη γής γυναίκα
κι’ αυτά τά λιανολίθαρα ούλα γυναικαδέλφια.»
Δημοτικό τραγούδι γιά τήν καταστροφή τού Δράμαλη

Facebook Comments Box

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Recommended
Νέα φωτιά ξέσπασε το απόγευμα του Σαββάτου στην Αρχαία Ολυμπία…