Νίκος Τσιφόρος

Ο Νίκος Τσιφόρος υπήρξε ένας από τους πιο εξαίρετους δημοσιογράφους, θεατρικούς συγγραφείς, σεναριογράφους αλλά και σκηνοθέτες.Για τους παλαιότερους βέβαια αυτή η μικρή εισαγωγή αποτελεί περιττό στοιχείο του παρόντος αφιερώματος ,ωστόσο κρίνεται αναγκαίο ωστε να καταλάβουν και οι νεότεροι αναγνώστες μας περι τίνος πρόκειται.
Γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου το 1912. Δυο χρόνια αργότερα η οικογένεια εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα. Από τα έντεκά του χρόνια ο Νίκος Τσιφόρος άρχισε να ασχολείται μανιωδώς με το γράψιμο, ενώ την πρώτη του επιθεώρηση την έγραψε το 1928 για ένα θερινό θέατρο στη Φρεαττύδα. Η πρώτη του αυτή προσπάθεια απέτυχε αλλά ο Νίκος δεν απογοητεύτηκε. Αφού πήρε το πτυχίο της Νομικής, εργάστηκε για δυο χρόνια στο Ελεγκτικό Συνέδριο και στη συνέχεια παραιτήθηκε για να μπαρκάρει στα καράβια. Ως το 1939 άλλαζε συνέχεια επάγγελμα, αλλά συνέχιζε να γράφει δημοσιεύοντας κείμενά του σε διάφορα έντυπα. Η πρώτη μεγάλη του επιτυχία ήρθε το 1944 όταν ο θίασος του Δημήτρη Χορν και της Μαίρης Αρώνη αποφάσισε να ανεβάσει στο θέατρο Ακροπόλ το θεατρικό έργο του Τσιφόρου «Η πινακοθήκη των ηλιθίων». Τέσσερα χρόνια αργότερα, την περίοδο 1948-49 έκανε και την πρώτη του ταινία, η οποία προβλήθηκε με τον τίτλο «Τελευταία αποστολή», σε σενάριο και σκηνοθεσία δική του.

Τα επόμενα χρόνια συνεργάστηκε με διάφορες εφημερίδες (Φιλελεύθερος, Βήμα, Ελεύθερος Κόσμος) και περιοδικά (Τραστ, Ρομάντσο, Ταχυδρόμος, Πάνθεον) γράφοντας κείμενα πολλά απο τα οποία αποτελούσαν αποσπάσματα βιβλίων του, αρκετά απο τα οποία έγιναν μεγάλες επιτυχίες και εξακολουθούν να διαβάζονται εως σήμερα (Ελληνική μυθολογία,Εμείς και οι Φράγκοι,Μίλων Φιρίκης,Τα παιδιά της πιάτσας,Τα ρεμάλια ήρωες)και πάνω απο είκοσι ακόμα βιβλία.Στα ιστορικά του κείμενα ο αναγνώστης διαβάζει τα γεγονότα γραμμένα με χιουμοριστικό μα συνάμα και διεισδυτικό τρόπο.Συνολικά ο Νίκος Τσιφόρος θα χαρίσει πάνω από 40 θεατρικά έργα και περισσότερα από 80 σενάρια. Κάποια απο αυτά τα έγραψε μόνος του και άλλα σε συνεργασία, κυρίως με τον Πολύβιο Βασιλειάδη (με τον οποίο δημιούργησαν ένα από τα πιο σημαντικά δίδυμα θεατρικών συγγραφέων).Ο Τσιφόρος θα σκηνοθετήσει επίσης και αρκετές ελληνικές ταινίες όπως η ΄΄Ωραία των Αθηνών΄΄,΄΄ο Κλέαρχος,η Μαρίνα κι ο κοντός΄΄ και πολλές άλλες.
Παραθέτουμε μια ιστορία απο το βιβλίο του Νίκου Τσιφόρου <<Τα παιδιά της πιάτσας>>

Ο Νίκος Τσιφόρος με «Τα παιδιά της πιάτσας» μας σύστησε έναν κόσμο που, σπρωγμένος στο περιθώριο, δρούσε παράλληλα με τους νομοταγείς πολίτες και συνήθως σε βάρος τους. Η αυθεντικότητα των ηρώων του, αλλά και η γλώσσα κυρίως, που χρησιμοποιούσαν στις μεταξύ τους, παράνομες κατά το πλείστον, συναλλαγές τους, η μάγκικη διάλεκτος δηλαδή, κέρδισαν τη συμπάθεια και το ενδιαφέρον των αναγνωστών.

Ο Νίκος Τσιφόρος σημειώνει, μεταξύ άλλων, στον πρόλογο του βιβλίου του: «Όλοι οι άνθρωποι μιλούν μια γλώσσα ανάλογα με τον κόσμο μέσα στον οποίον κινούνται. Η δική μας γλώσσα της πιάτσας, του υποκόσμου, ακολούθησε αυτό τον γενικό κανόνα. Να δημιουργεί τις λέξεις της από τις ανάγκες της ή από τα χαρακτηριστικά γεγονότα και πράγματα. Ο υπόκοσμος, μια και κινείται έξω από τον νόμο, έχει νόμους δικούς του και έθιμα δικά του. Απαιτεί κι αυτός έναν σεβασμό δικαιωμάτων για τη συνύπαρξή και ακριβώς η κατάκτηση αυτών των δικαιωμάτων, των νόμων του δηλαδή, δημιουργεί τις εσωτερικές του προστριβές που καταλήγουν να στείλουν στη φυλακή τα μέλη του. Η γλώσσα του όμως υπάρχει. Και λυπάμαι αν η σειρά των επεισοδίων που περιγράφει τις αληθινές «ιστορίες» του –τις έζησα μαζί του- δεν γράφτηκε στο στυλ «ο υπόκοσμος ησπάσθη μεθ’ αβρότητας τα άκρα των δακτύλων της βαρώνης», αλλά τη δική του αληθινή γλώσσα. Είναι απαραίτητο, ακόμα κι αν ξινίσουν λίγο οι συντηρητικοί. Που επιτέλους δεν θα χάσουν τίποτα, αν την ακούσουν κι αυτή την παράξενη και υπαρκτή ελληνική γλώσσα…»

Ο Θεός έφτιαξε τα μικρόβια, τα χρέη, τους στενοκέφαλους δικαστικούς και τους συγγενείς, για να τιμωρήσει τον αχάριστον και τον άτιμον άνθρωπο. Τα πρώτα τα πολεμάς με ενέσεις, τα δεύτερα με άρνηση και σε πάνε μέσα, τα τρίτα με φυλάκιση. Τους συγγενείς δεν τους πολεμάς με τίποτα.

«ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ» Εκδόσεις ΕΡΜΗΣ

Μια φορά στις εκβολές ενός ποταμού στη Δυτική Αφρική, κάποιος Εγγλέζος θέλησε να κάνει μπάνιο. Επειδή όμως εκείνο το μέρος είχε πολλούς κροκοδείλους, φώναξε ένα ιθαγενή και τον παρακάλεσε να του δείξει καμιά σίγουρη τοποθεσία που να μην έχει απ’ αυτά τα τρομερά ερπετά. Τούδειξε λοιπόν ο ιθαγενής ένα μέρος κοντά στη θάλασσα, έπεσε ο Εγγλέζος, έκανε το μπάνιο του, βγήκε και ρώτησε τον ιθαγενή: -Καλά, εδώ γιατί δεν έχει κροκοδείλους; -Αφέντη, απάντησε ο μαύρος, εδώ δεν έχει κροκοδείλους γιατί έχει πολλούς καρχαρίες. Κι οι κροκόδειλοι τους φοβούνται τους καρχαρίες.

«ΕΜΕΙΣ ΚΑΙ ΟΙ ΦΡΑΓΚΟΙ» Εκδόσεις ΕΡΜΗΣ

Λες έχω αμπέλια και χωράφια και σπίτια και γης. Κουράδες έχεις. Κανένας άνθρωπος δεν έχει γη. Η γης έχει εμάς και σπάει κέφι μαζί μας, άσε που την ενοχλάμε κάθε λίγο σαν κοτόψειρες. Δύναμη; Μπούρδες. Ίδρωσες να κάνεις μια πολυκατοικία 46 διαμερίσματα και πλακώνει ένας σεισμός και στην κάνει λιάδα. Πήρες παρασήματα και χειροκροτήματα και ζήτω και έρχεται αδερφάκι μου ένα τόσο δα μικρόβιο από συνάχι και σε κάνει μια πτωματάρα χωρίς να το καταλάβεις. Έβαλες παρά στην μπάντα και διέταξες κόσμο κάντε έτσι ρε μερμήγκια ασήμαντα, και σε πιάνει ένα κόψιμο και είσαι ρεζίλης στην λεκάνη του καμπινέ. Κάνεις το δυνατό κι έτσι και πιάσει μια παγωνιά τρέμεις σαν παλιόσκυλο και από την άλλη μεριά, μια μολόχα, ένα χορταράκι ασήμαντο, κάθεται όλη νύχτα και τρώει τους αέρηδες και το χιονιά και το πρωί είναι φρέσκο και δεν τούγινε τίποτα. Πούν’ η δύναμή σου ρε φιόγκο κάτου από τούτο εδώ το Σύμπαν που μας πλακώνει με το βάρος του; Πούναι τα μεγαλεία σου και το τουπέ σου; Μια ανάποδη να πάρουνε τα πράματα, στα λεφτά, στα πολιτικά, στην υγεία, στα όλα που την βασίζεις, πας, ξεγράφτηκες και μήτε που θέλουνε να σε θυμούνται οι άλλοι. Πέθανες και περάσανε πενήντα χρόνια και μήτε κανένας ξέρει αν υπήρξες και αν έκανες και σε φοβηθήκανε και σε λογαριάσανε. 

«ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ ΠΙΑΤΣΑΣ» Εκδόσεις ΕΡΜΗΣ


Νίκος Τσιφόρος (1912-1970)

 από την «Ελληνική Μυθολογία» του Νίκου Τσιφόρου:

Κάποιος είπε ότι σήμερα οι Έλληνες είναι ένας λαός μεταπρατών. Ίσως να τον ενόχλησε η ναυτιλία μας, δυσανάλογα μεγάλη για τη χώρα τούτη δω, τη μικρή και ασήμαντη. Ε, λοιπόν, πάντα ήτανε ένας λαός μεταπρατών οι Έλληνες. Η γη, σκουπιδαριό του Θεού που πέταξε όσα βράχια του περισσεύανε, άμα κι έφτιασε την Ευρώπη, φτωχιά, ντούρα και περήφανη, δεν έδινε απλόχερα τον καρπό της για να θρέψει τον κόσμο της. Η ελιά φύτρωνε πάνω στις απότομες πλαγιές για να καλύψει το έλλειμμα από τα αραιά κοπάδια με λίπος φυτικό. Ίσως νάτανε και το κλίμα που την ανάγκασε να φυτρώνει σε τούτες τις Μεσογειακές άκρες. Μπόλικο το σταφύλι, λιγοστό το σιτάρι. Όμως κανένας Έλληνας δεν σκοτίστηκε για την φτώχεια της γης του. Τη γλέντησε τούτη τη φτώχεια. Στη μεγάλη, τη δυνατή Αθηναϊκή Δημοκρατία, τότε τον χρυσό καιρό της, οι «ελεύθεροι πολίτες» περνάγανε κοτσάνι με φακή, κρασάκι και κριθαρένιο ψωμί. Αραιή και γιορταστική ήτανε η καλοφαγία. Το μόνο που δούλευε άφθονα και πληθωρικά ήτανε «ο νους», η σκέψη, το πνεύμα. Και το αντριλίκι, που αντιμετώπιζε νικηφόρα ορδές από Ασιάτες επιδρομείς, σε δυσανάλογους αλλά νικηφόρους αγώνες. Αντίθετα με τη Ρώμη, την Ελλάδα δεν την έφαγε ο πλούτος. Την έφαγε το μυαλό της. Που δημιούργησε διαμάχες ανάμεσα στους Έλληνες και τους έβαλε να μαλώνουνε μεταξύ τους. Ο Πελοποννησιακός πόλεμος ήτανε η αρχή του τέλους της. Οι τέσσερις σταθμοί της καταστροφής της: Πόλεμος Αθήνας – Σπάρτης, πρόωρος θάνατος του Αλέξανδρου, Βυζαντινή παπαδοκρατία, Μικρασιατική καταστροφή. Ένα από τα τέσσερα ήτανε ικανό να την βουλιάξει. Ήρθανε και τα τέσσερα ακριβώς τη στιγμή που σηκώναμε κεφάλι. «Καλημέρα μεγάλοι και εντιμότατοι ημών σύμμαχοι και προστάτες», αλλά φταίμε κι εμείς. Έχουμε, βλέπεις, πολύ ανεπτυγμένη την ανεξαρτησία, την πρωτοβουλία και το πνεύμα της αρχομανίας. Και δεν πρόκειται να διορθωθούμε ποτέ. Αυτό είναι το δράμα μας.

ΝΙΚΟΣ ΤΣΙΦΟΡΟΣ «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ» Εκδόσεις ΕΡΜΗΣ

από την «Ελληνική Μυθολογία» του Νίκου Τσιφόρου:

Ο Θεός έφτιαξε τα μικρόβια, τα χρέη, τους στενοκέφαλους δικαστικούς και τους συγγενείς, για να τιμωρήσει τον αχάριστον και τον άτιμον άνθρωπο. Τα πρώτα τα πολεμάς με ενέσεις, τα δεύτερα με άρνηση και σε πάνε μέσα, τα τρίτα με φυλάκιση. Τους συγγενείς δεν τους πολεμάς με τίποτα.

Το μυστικό με τους δυνατούς είναι να τους χαμογελάς και να τους λες ότι είναι σπουδαίοι. Έτσι και τους βγεις παραπάνω, όλη τη δύναμή τους θα την ξεσπάσουνε στην καμπούρα σου.

Οι άνθρωποι; Κοστούμια αλλάζουμε, λάμπες αλλάζουμε, ξυριστικές μηχανές αλλάζουμε… Μυαλά δεν αλλάζουμε.

Όσο πιο βλάκας και αφελής είσαι, τόσο ζυγώνεις την ευτυχία.

ΝΙΚΟΣ ΤΣΙΦΟΡΟΣ «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ» Εκδόσεις ΕΡΜΗΣ

Δυο κριτικές του Άλκη Θρύλου (Ελένης Ουράνη) για έργα του Νίκου Τσιφόρου:

Το θεατρογράφημα «Οι Γαμπροί της Ευτυχίας» των κ. Νικ. Τσιφόρου και Π. Βασιλειάδη με το οποίο εγκαινιάσθηκε η θεατρική περίοδος, είναι από τα χειρότερα του είδους. Αν αληθεύει το ρητό ότι «η καλή μέρα φαίνεται από το πρωί», ασφαλώς δεν δικαιολογείται να περιμένουμε την εξέλιξή της με αισιοδοξία. Ακόμα κι ένα θεατρογράφημα μπορεί να έχει μια κάπως στέρεη δομή, να είναι έντεχνο, να έχει κάποια λεπτομερειακά στραφταρίσματα, κάποια χάρη, κάποια ευγένεια. «Οι Γαμπροί της Ευτυχίας» που πλέκονται γύρω από το ίδιο περίπου θέμα της «Δίδος 39 ετών» των κ. κ. Γιαννακόπουλου και Σακελλάριου -η «Δίδα 39 ετών» όμως, κι ας ήταν κι αυτή ένα εργάκι είχε κομψότητα και κάποιο περιεχόμενο, έστω κι όχι βαθύ- δεν έχουν κανένα απ’ αυτά τα προσόντα. Το μόνο μέλημα των συγγραφέων φαίνεται έκδηλα ότι ήταν να κατασκευάσουν τρεις καλουπιασμένους ρόλους κομμένους στ’ αχνάρια των πρωταγωνιστών του θιάσου που στεγάζεται στο θέατρο Φυρστ -όπως μετονομάσθηκε φέτος το άλλοτε θέατρο Σαμαρτζή- των κ. Β. Αυλωνίτη, Ν. Ρίζου και της κ. Γ. Βασιλειάδη. Α! με τι βαναυσότητα γίνεται εκμετάλλευση της καλόβολης έγκρισης της κ. Βασιλειάδη η οποία όχι μόνο παραδέχθηκε αλλά και πέτυχε η ασχήμια της μορφής της -που υπέρμετρα υπογραμμίσθηκε και εξογκώθηκε- να απαρτίσει στοιχείο της προσωπικότητάς της. Οι τρεις ρόλοι συνδέονται μ’ έναν τρόπο χαλαρότατο. Η πλοκή είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Αντικαταστάθηκε με την παρδαλότητα διάφορων επεισοδίων που τοποθετήθηκαν πρόχειρα το ένα πλάι στο άλλο. Το θλιβερότερο είναι ότι ο κ. Τσιφόρος που άλλοτε σκορπούσε σπάταλα στο διάλογο την εξυπνάδα του, τώρα τους σπινθηρισμούς της τους έχει σχεδόν σβήσει. Προτίμησε για καρύκευμα της πολύ αναιμικής ίντριγκας την επιδίωξη γυμνοτήτων. Βουβά πρόσωπα, κοπέλες με καλλίγραμμα σώματα και με μικροσκοπικά μπικίνι, περιφέρονται χωρίς λόγο πάνω κάτω στη σκηνή. Πέρσι, όταν σε μια παράσταση του Κήπου είχε γίνει η ίδια επίδειξη, είχα εκφράσει τη γνώμη ότι μια που σε όλες τις ακρογιαλιές μπορεί κανένας να δει όσες θέλει γυμνότητες, δεν πρέπει πια το γυμνό σώμα να έχει την ίδια εμπορικότητα όπως άλλοτε. Φαίνεται ότι είχα απατηθεί και ότι εξακολουθεί να επενεργεί σαν μαγνήτης. Θα κατακλύσουν λοιπόν οι γυμνότητες και τα μπικίνι τις αθηναϊκές καλοκαιρινές σκηνές;
Δεν νομίζω ότι δικαιολογείται να ασχοληθούμε περισσότερο με τους «Γαμπρούς της Ευτυχίας».

ΑΛΚΗΣ ΘΡΥΛΟΣ¹ περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ τ. 840-841 (1/7/1962)

¹Άλκης Θρύλος ήταν το φιλολογικό ψευδώνυμο της Ελένης Ουράνη

Η κωμωδία των κ. Νικ. Τσιφόρου, Π. Βασιλειάδη «Μια Ιταλίδα στην Κυψέλη» που παρουσιάζει ο θίασος Μ. Κοντού – Γ. Πάντζα – Γ. Βογιατζή – Δ. Νικολαΐδη, δεν είναι τίποτε άλλο, τίποτε περισσότερο από μια κωμωδία ίντριγκας. Είναι όμως άρτια στο είδος της. Όταν ένα έργο, κι ας μην είναι παρά ένα εργάκι, είναι άρτιο στο είδος του, φθάνει στο στόχο του, δεν είμαστε δικαιολογημένοι, το είπαμε συχνά, να μην αναγνωρίσουμε ότι σημειώνει μια επίτευξη, έστω και μικρών διαστάσεων. Στο θέατρο όπως εξελίχθηκε, στο θέατρο που δεν δίνει πια σαν άλλοτε παραστάσεις μόνο σε μέρες γιορτής, στο θέατρο που πολλαπλασίασε τις εκδηλώσεις του, υπάρχει χώρος για όλα τα είδη. Οι κ. Τσιφόρος και Βασιλειάδης δεν επιδίωξαν καθόλου να προβληματιστούν γύρω από κοινωνικές καταστάσεις, ή ατομικές ψυχολογικές περιστάσεις. Περιόρισαν τις αξιώσεις τους στο να χαρίσουν ευθυμία και διασκέδαση στο κοινό. Εκείνο στο οποίο επέβλεψαν το επέτυχαν. Χωρίς να καταφύγουν σε κανένα χοντρό γαργαλιστικό μέσο, μόνο με την άριστη δομή και το γρήγορο στροβιλιστικό ρυθμό της κωμωδίας τους, με την επιδέξια πλοκή της ευρηματικής ίντριγκας, με τα ευφάνταστα επεισόδια τα οποία ακολουθούν το ένα το άλλο απανωτά, μ’ έναν έξυπνο διάλογο, χαρίζουν αδιάλειπτα και σπάταλα άφθονο κρυστάλλινο γέλιο. Γιατί να προσέξουμε ότι η υπόθεση δεν έχει πιθανοφάνεια, ότι οι χαρακτήρες είναι επίπλαστοι και συμβατικοί, μια που η αληθοφάνεια και η ζωντάνια των προσώπων ήταν κάτι πέρα από τις επιδιώξεις των συγγραφέων; Απολαμβάνουμε εκείνο που οι συγγραφείς μας προσφέρουν. Πρόσθεσαν ακόμα ένα αριστοτεχνικό μπουλβαρδιέρικο εργάκι στο καλό ελληνικό μπουλβάρ.
Στην τέρψη μας συμβάλλει φυσικά πολύ και το παίξιμο που είναι όπως και το εργάκι μπριόζικο, φτερωτό, ανάλαφρο, ταχύτατο (ο σκηνοθέτης κ. Δ. Νικολαΐδης επέτυχε να μην προβάλλουν ούτε στιγμή ενοχλητικά χάσματα και διαλείψεις) και το σημαντικότερο: λεπτότατο. Η παράσταση ήταν εξαιρετικά ενορχηστρωμένη. Πλάι στους φεγγερούς πρωταγωνιστάς, την θελκτικότατη κ. Μ. Κοντού, τους κ. Γ. Πάντζα και Γ. Βογιατζή που ξέρουν να είναι κωμικοί χωρίς να καταδεχθούν κανένα φθηνό ή χοντρό τέχνασμα που θα χαμήλωνε τη στάθμη και την ποιότητα των ερμηνευτικών τους τρόπων, κι όλοι οι άλλοι ηθοποιοί που έλαβαν μέρος στη διανομή ήσαν ό,τι έπρεπε. Από τους δευτεραγωνιστάς ξεχώρισα τις κ. Κ. Γιουλάκη και Η. Καλαμίδου, τον κ. Σ. Μουστάκα και εντελώς ιδιαίτερα την κ. Κ. Παπανίκα.

Facebook Comments

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Recommended
Δίπλα στη θάλασσα που τόσο αγαπούσε, "έσβησε" τη Δευτέρα αφήνοντας…
Cresta Posts Box by CP
Content | Menu | Access panel
Facebook
error: Content is protected !!