Αρχή επαγγελματικής σταδιοδρομίας

Η Έλλη Λαμπέτη αποφάσισε να δώσει εξετάσεις στη δραματική σχολή του Εθνικού Θεάτρου το 1941, όπου και απορρίπτεται παμψηφεί από την αρμόδια επιτροπή που είχε συσταθεί για την αξιολόγηση των υποψηφίων. Το ίδιο συνέβη και στη δεύτερη προσπάθειά της στη σχολή της Μαρίας Κοτοπούλη, στην επιτροπή της οποίας βρισκόταν και ο ζεν πρεμιέ της εποχής –και μετέπειτα σύντροφος της– Δημήτρης Χορν. Μέσαστις απογοητεύσεις και στις ατυχίες της ζωής, η Έλλη στάθηκε τυχερή, καθώς ένας καλός φίλος της Κοτοπούλη την έπεισε να αναθεωρήσει τη δυσμενή απόφαση για το νεαρό κορίτσι και να τη δεχτεί.
Με την είσοδο της στη σχολή ηΈλλη άλλαξε το επίθετο της από Λούκου σε Λαμπέτη, έπειτα από σχετική παρότρυνση του θείου της. Πηγή έμπνευσης του επιθέτου ήταν ο «Αστραπόγιαννος»του Βαλαωρίτη.Έκτοτε, ο χρόνος της ήταν μοιρασμένος ανάμεσα στο Γυμνάσιο και στη θεατρική σχολή της Κοτοπούλη. Η ίδια, όταν γνώρισε την Έλλη και διέκρινε το άστρο που είχε αλλά και το μοναδικό της ταλέντο, εντυπωσιάστηκε και της έδωσε τον πρωταγωνιστικό ρόλο στο έργο «Η Χάννελε πάει στον Παράδεισο» το 1942.

Θυελλώδεις σχέσεις και επαγγελματική καταξίωση

Λίγο καιρό μετά τον πρωταγωνιστικό ρόλο που της δόθηκε, στις αρχές του 1943, η Λαμπέτη γνώρισε τον πρώτο έρωτα της ζωής της. Η εποχή αυτή συνδυάζει τις μεγάλες θεατρικές και κινηματογραφικές επιτυχίες με τους δυνατούς έρωτες. Βρήκε, λοιπόν, τον έρωτα στο πρόσωπο του Θεόδωρου Σγουρδέλη, ενός όμορφου και πλούσιου διπλωμάτη και ποιητή που ζούσε μόνιμα στο Παρίσι. Ο Φρέντυ Γερμανός έγραψε για αυτήν τη γνωριμία: «Η Έλλη νιώθει με το πρώτο βλέμμα μια ηλεκτρική εκκένωση». Ο Μάριος Πλωρίτης ανέφερε: «Ο άνθρωπος αυτός πρέπει να ήταν κάτι σαν μάγος(!)».  Η ίδια παραδέχτηκε πως όταν ερωτευόταν το θερμόμετρο χτύπαγε 42 βαθμούς. Η γνωριμία αυτή τη συνεπήρε τόσο πολύ, ώστε σιγά σιγά άρχισε να βάζει σε δεύτερη μοίρα τις επαγγελματικές υποχρεώσεις της, γεγονός που εκνεύρισε και ανησύχησε την Κοτοπούλη.

Η ίδια είπε χαρακτηριστικά: «Μου έδωσε τον παράδεισο και αυτό έχει σημασία, ήμουν ένα παιδί και μέσα σε λίγες μέρες έγινα γυναίκα».

Ο άνθρωπος αυτός την έφερε σε επαφή και τη μύησε στους κόλπους της ποίησης, της ζωγραφικής και της έμαθε όλους τους σπουδαίους συγγραφείς της εποχής. Επίσης, την παρότρυνε να εγκαταλείψει το θεατρικό σανίδι και να τον συνοδεύσει στο Παρίσι. Έτσι, η σχέση τελείωσε το 1945 και η Λαμπέτη έκανε την επάνοδό της στο θέατρο και σύντομα καταξιώθηκε ως μια σπουδαία ηθοποιός, εξαιρετικής εσωτερικότητας.

Παραστάσεις εποχής

Ελένη Χατζηαργύρη και Έλλη Λαμπέτη στην «Κληρονόμο» το 1949.)

Το 1946 η Λαμπέτη άρχισε μια συνεργασία με το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν και συμμετείχε σε αξιόλογες παραστάσεις, μερικές από τις οποίες ήταν: ο «Γυάλινος Κόσμος», η «Αντιγόνη», ο «Ματωμένος Γάμος». Παράλληλα έκανε και το κινηματογραφικό της ντεμπούτο με το «Αδούλωτοι Σκλάβοι», σε σκηνοθεσία Μάριου Πλωρίτη, μετέπειτα συζύγου της. Το 1948 διέκοψε τη συνεργασία της με τον Κουν και έλαβε μέρος στον θίασο της κυρίας Κατερίνας και στον θίασο του Εθνικού Θεάτρου, με επίσης αξιόλογους ρόλους. Το 1949 συνεργάστηκε με το αντίπαλο δέος του Κουν, τον Κώστα Μουσούρη και μαζί του έκανε ακόμα μεγαλύτερες επιτυχίες, όπως: η «Κληρονόμος» και το «Πεγκ καρδούλα μου».

Άδοξες σχέσεις και γάμοι

Τότε ήταν που γνώρισε τον δεύτερο μεγάλο έρωτα της ζωής της, τον Αλέκο Αλεξανδράκη, με τον οποίο έκανε μια έντονη σχέση που κράτησε μόλις 6 μήνες. Μετά τη λήξη της σχέσης, η Λαμπέτη βρήκε παρηγοριά στο πλευρό του Μάριου Πλωρίτη, με τον οποίο και παντρεύτηκε το 1950. Ο γάμος τους, διήρκησε τρία χρόνια, αλλά οι δύο πρώην σύντροφοι έμειναν πιστοί φίλοι μέχρι το τέλος της ζωής της ηθοποιού. Η αιτία του χωρισμού ήταν η γνωριμία της Λαμπέτη με τον Δημήτρη Χορν, το 1952, όταν συγκρότησαν τον θίασο «Λαμπέτη-Παππάς-Χορν», υπό την καθοδήγηση του Πλωρίτη. Ο έρωτάς της ήταν τόσο έντονος που τον αποκάλυψε στον σύζυγό της σε μια περιοδεία τους στο Κάϊρο.

Μόλις πήρε διαζύγιο από τον Πλωρίτη, σύναψε σχέση με τον Χορν, μια σχέση πολυτάραχη και καρμική. Στη διάρκεια, μάλιστα, της σχέσης τους συνεργάστηκαν και στη θεατρική σκηνή αλλά και στη μεγάλη οθόνη, όπου και μεγαλούργησαν. Ο Χορν υπήρξε ο άνθρωπος που συμμετείχε στην επιτροπή του Εθνικού Θεάτρου, η οποία την έκοψε στις εξετάσεις που έδωσε για να περάσει στη σχολή. Με αυτόν, λοιπόν, τον άντρα, που αντιπάθησε από την πρώτη κιόλας στιγμή, έκανε μεγάλες επιτυχίες. Μερικές από αυτές ήταν: «Το νυφικό κρεβάτι», ο «Βροχοποιός», η «Κυρία με τις καμέλιες», ο «Αριστοκρατικός δρόμος» και το «Παιχνίδι της μοναξιάς».

Στη μεγάλη οθόνη εντυπωσίασαν με την «Κάλπικη λίρα», το «Κυριακάτικο ξύπνημα» και το «Κορίτσι με τα μαύρα». Το «Θείο Ζεύγος», όπως αποκαλούνταν από τον Τύπο της εποχής, επέλεξε την πορεία μιας συντροφικής σχέσης συμβίωσης, καθώς δεν παντρεύτηκε ποτέ.

Η δυναμική και ανεξάρτητη στον χώρο της δουλειάς Έλλη, αναζητούσε πάντα ένα στήριγμα στη προσωπική της ζωή. Έτσι, λοιπόν, έκανε σχέση με
τον Αμερικάνο συγγραφέα Φρέντερικ Γουέϊκμαν, με τον οποίο παντρεύτηκε το 1960. Ο γάμος τους κράτησε 16 χρόνια και την εποχή εκείνη έφτιαξε τον δικό της θίασο και ανέβασε λαμπρές παραστάσεις, όπως «Το λεωφορείο ο Πόθος», η «Γλυκιά Ίρμα», ο «Βυσσινόκηπος» κ.ά.

 

 

 

 

 

Ο δεύτερος σύζυγός της ίσως ήταν ο μοναδικός άντρας που την αγάπησε τόσο πολύ και προσπαθούσε συνεχώς να την έχει ευτυχισμένη.

Της παρείχε όλα τα υλικά αγαθά που μπορούσε, όμως εκείνο που της έλειπε ήταν η ύπαρξη ενός παιδιού. Το ζευγάρι, λοιπόν, υιοθέτησε ένα μικρό κοριτσάκι, την Ελίζα, με το οποίο η Λαμπέτη δέθηκε πολύ. Η υπόθεση όμως πήρε δυσάρεστη τροπή, καθώς οι φυσικοί γονείς του παιδιού τη διεκδίκησαν, κερδίζοντας .

1981 πραγματοποίησε την τελευταία της εμφάνιση στο θέατρο, παίζοντας την κωφή Σάρα, στο έργο «Παιδιά ενός κατώτερου Θεού», μια συγκλονιστική ερμηνεία από μια γυναίκα που είχε χάσει τη φωνή της από τη χημειοθεραπεία. Το χαρακτηριστικό της ψεύδισμα, που την ξεχώρισε από κάθε άλλη πρωταγωνίστρια, είχε πια σιγήσει. Το 1983, μετά από σκληρή μάχη με τον καρκίνο, άφησε την τελευταία της πνοή στο νοσοκομείο «Mount Sinai Hospital» στη Νέα Υόρκη. Ήταν 3 Σεπτεμβρίου, 7:30 το πρωί. Αξίζει να σημειωθούν τα τελευταία της λόγια: «Αργώ πολύ να πεθάνω;» και «Ένα τριαντάφυλλο, μόνο ένα τριαντάφυλλο θέλω…» που ζήτησε από την μοναδική αδερφή της που βρισκόταν εν ζωή, την Αντιγόνη.

Η σορός της μεταφέρθηκε στην Ελλάδα στις 5 Σεπτεμβρίου και στις 6 του μήνα κηδεύτηκε δημοσία δαπάνη στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών, υπό τη συνοδεία πλήθος κόσμου. Το ελκυστικό της ψεύδισμα χάθηκε για πάντα, αλλά όχι τα μελαγχολικά, γεμάτα αγάπη και πόνο μάτια της, τα οποία δωρίστηκαν προς μεταμόσχευση. Αυτή ήταν και η τελευταία προσφορά στον άνθρωπο από μια γυναίκα ευαίσθητηπαθιασμένη, ταλαντούχα και κορυφαία στο είδος της.