App Icon

Του «Άπιστου Θωμά»…. “Αμφιβολίας (ή και δυσπιστίας) εγκώμιον”….

“Ευλογημένη ας είναι η αμφιβολία! Σας συμβουλεύω να χαιρετάτε με χαρά και σεβασμό εκείνον που τα λόγια σας σαν κάλπικη δεκάρα εξετάζει!” (Μπέρτολντ Μπρεχτ)

“… 24 Θωμάς δέ είς εκ τών δώδεκα, ο λεγόμενος Δίδυμος, ουκ ήν μετ’ αυτών ότε ήλθεν Ιησούς. 25 έλεγον ούν αυτώ οι άλλοι μαθηταί, Εωράκαμεν τόν κύριον. ο δέ είπεν αυτοίς, Εάν μή ίδω εν ταίς χερσίν αυτού τόν τύπον τών ήλων καί βάλω τόν δάκτυλόν μου εις τόν τύπον τών ήλων καί βάλω μου τήν χείρα εις τήν πλευράν αυτού, ου μή πιστεύσω. 26 Καί μεθ’ ημέραςοκτώ πάλιν ήσαν έσω οι μαθηταί αυτού καί Θωμάς μετ’ αυτών. έρχεται ο Ιησούς τών θυρών κεκλεισμένων, καί έστη εις τό μέσον καί είπεν, Ειρήνη υμίν. 27 είτα λέγει τώ Θωμά, Φέρε τόν δάκτυλόν σου ώδε καί ίδε τάς χείράς μου, καί φέρε τήν χείρά σου καί βάλε εις τήν πλευράν μου, καί μή γίνου άπιστος αλλά πιστός. 28απεκρίθη Θωμάς καί είπεν αυτώ, Οκύριός μου καί ο θεός μου. 29 λέγει αυτώ ο Ιησούς, Ότι εώρακάς με πεπίστευκας; μακάριοι οι μή ιδόντες καί πιστεύσαντες…” (Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο)

 Στα αραμαϊκά, Θωμάς σημαίνει δίδυμος. Κι ο ψυχισμός του αποστόλου αυτού, που ζήτησε να θέσει τα δάκτυλά του «επί τον τύπον των ήλων» για να πιστέψει, όπως τουλάχιστον παραδίδεται στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, είχε σαν κύριο γνώρισμά του την διττότητα, σαν να κυοφορούσε δίδυμο «εγώ», μισό πάθος (ανερμήνευτη ή δογματική πίστη) και μισό νους (κριτική σκέψη), κάπως σαν σημαδιακή εκτύπωση του εν γένει ανθρώπινου ψυχισμού.

Παρορμητικός από τη μια μεριά ο Θωμάς και ενθουσιώδης («άγωμεν και ημείς ίνα αποθανώμεν μετ’ αυτού» στράφηκε και είπε στους λοιπούς μαθητές, όταν ο δάσκαλός τους αποφάσισε να πορευτεί προς τη Βηθανία, παρά τον κίνδυνο του θανάτου), αλλά και δύσπιστος, που απαιτούσε «δείγμα γραφής» για να πιστέψει. «Κύριε, ουκ οίδαμεν που υπάγεις, και πώς δυνάμεθα την οδόν ειδέναι» είπε στον Ιησού εκφράζοντας την αμφιβολία και τις επιφυλάξεις του ν’ ακολουθήσει ένα δρόμο που δεν είδε και δεν γνώριζε, παρότι τους τον υποδείκνυε ο δάσκαλός τους. Κι αργότερα, μετά την Ανάσταση, εκφράζει τη ριζική του αμφιβολία απαιτώντας χειροπιαστή απόδειξη για να δώσει πίστη: «Εάν μη ίδω εν ταις χερσίν αυτού τον τύπον των ήλων…., ου μη πιστεύσω».

Στα θρησκευτικά συμφραζόμενα, ο δύσπιστος μαθητής του Χριστού εκτίθεται συνήθως σαν αρνητικό παράδειγμα, και αποκτά θετική παραδειγματική αξία μόνον όταν επιστρέψει στο άλλο του μισό, την ανενδοίαστη πίστη.

Αντίθετα στην επιστήμη, στην μακρότατη παράδοση του σκεπτικισμού και του ορθολογισμού, το ευαγγελικό επεισόδιο με το Θωμά είναι ένα από τα πολλά που αποδεικνύουν εύλογη την ύψωση της αμφιβολίας σε βασική αρχή της ορθολογικής  σκέψης και την έρευνα και την απόδειξη σαν βασικές προϋποθέσεις για να πεισθούμε ή να «πιστέψουμε». Η αμφισβήτηση, λοιπόν, προτείνεται σταθερά σαν μέθοδος ανάγνωσης των πραγμάτων, σαν το μοναδικό εχέγγυο της πνευματικής εγρήγορσης αλλά και σαν τρόπος ύπαρξης, σαν τρόπος του καθ’ ημέραν πολιτεύεσθαι. Η σκέψη λογίζεται ταυτόσημη της αντίρρησης, ο λόγος αυτάδελφος της αμφιβολίας.

Για τους ανθρώπους, τίποτε χρησιμότερο από τη σώφρονα δυσπιστία, αναγνώριζε ο Ευριπίδης στην Ελένη του: «σώφρονος δ’ απιστίας ουκ έστιν ουδέν χρησιμώτερον βροτοίς (ανθρώπων)». Πρόκειται για μια δυσπιστία έλλογη και έμμετρη, η οποία εμπεριέχει ως απαραίτητο και νομιμοποιητικό χαρακτηριστικό της την αυτοκριτική.

Έχει ιδιαίτερη σημασία το επίθετο «σώφρων» που θέτει προ της «απιστίας» (δυσπιστίας) ο Ευριπίδης, γιατί πολλοί μπορεί να δηλώνουμε «σκεπτικιστές», μπορεί να εμφανιζόμαστε σαν αθεράπευτοι εραστές της αμφιβολίας και της αμφισβήτησης, ήδη όμως έχει γίνει μια κρισιμότατη μετατόπιση: εκφωνούμε τα αντιρρητικά λογύδριά μας όχι από την περιοχή μιας διαρκούς και γνωστικής επιφύλαξης ρυθμισμένης από αυτοσυνειδησία αλλά πάνω από το βάθρο  (ή τον άμβωνα)  που μας προσφέρει η αλαζονική βεβαιότητα πως ο δικός μας λόγος, το δικό μας αίσθημα, το δικό μας ήθος, η δική μας αλήθεια βρίσκονται εκ προοιμίου πέραν πάσης αμφισβητήσεως (οπότε μένει ανέστιο κι αμετάδοτο, λόγος κενός, εκείνο το «αντισταθείτε σε μένα ακόμα, που σας ιστορώ» του Μιχάλη Κατσαρού).

Έτσι η δυσπιστία, η αμφιβολία, , αντί να αποτελεί το προς φιλοσοφίαν έναυσμα, κατά την προθανάτια επιθυμία του Ντιντερό, γίνεται ο κυριότερος πόρος της φιλαυτίας, μια ναρκισσευόμενη κακοπιστία και συνήθως εκφυλίζεται μέσα στη δογματική της στενότητα, και αργά ή γρήγορα καταλήγει στο νεοκυνισμό.

Il dubbio (Η αμφιβολία)

 «… Να οι αστόχαστοι που ποτέ δεν αμφιβάλλουν.

Η χώνεψή τους είναι άψογη, κι η κρίση τους αλάθευτη.

Δεν πιστεύουν στα γεγονότα, πιστεύουν μόνο στον εαυτό τους

Αν χρειαστεί πρέπει αυτούς τα γεγονότα να πιστέψουν.

Είναι απέραντα υπομονετικοί με τον εαυτό τους,

και τα επιχειρήματα τ’ ακούνε με αυτί σπιούνου….

Ευλογημένη ας είναι η αμφιβολία! Σας συμβουλεύω

να χαιρετάτε με χαρά και σεβασμό εκείνον

που τα λόγια σας σαν κάλπικη δεκάρα εξετάζει!

Μακάρι νάσασταν σοφοί και με μεγάλη σιγουριά

τα λόγια σας να μην τα λέγατε…».

(Μπ. Μπρεχτ, απόσπασμα από το ποίημα «Εγκώμιο στην αμφιβολία) 

Πηγές:

1. Πρόσωπα/ιδέες, Λογοτεχνία- Μπρεχτ, Πλέθρον

2. Π. Μπουκάλας, Υποθέσεις I, ΑΓΡΑ

πηγή: itzikas.wordpress.com

Facebook Comments Box

διάβασε και αυτό  ΟΠΕΚΑ – Α21: Έτοιμη η πλατφόρμα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Recommended
Τι ήταν αυτό, που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στο να μεταβείτε…
Cresta Posts Box by CP
Content | Menu | Access panel