App Icon

Τα οχυρά κατακτώνται, δεν παραδίδονται!

Του Δημήτρη Γκίκα

Σαν σήμερα, 6 Απριλίου 1941, οι Γερμανοί επιτίθενται στην Ελλάδα στη γραμμή Μεταξά. Ήταν τέτοια η αντίσταση των Ελλήνων, ώστε ακόμα κι όταν ήρθε μήνυμα από το Γενικό Επιτελείο για παράδοση των Οχυρών (αφού οι Γερμανοί πλέον είχαν διεισδύσει στην Ελλάδα και οι υπερασπιστές των Οχυρών αντιμετώπιζαν πλαγιοκόπηση των γραμμών τους), ο Έλληνας Διοικητής υπεραμύνθηκε της απόφασής του να συνεχίσουν να πολεμούν λέγοντας “Τα οχυρά κατακτώνται, δεν παραδίδονται!”. Ο δε Γερμανός διοικητής θαύμασε τόσο τον ηρωισμό και τη θαρραλέα στάση των αντιπάλων του, ώστε επέτρεψε στον Έλληνα διοικητή να επιθεωρήσει τα Γερμανικά στρατεύματα και στους Έλληνες οπλίτες να αποχωρήσουν εν πλήρει παρατάξει. Μαθαίνουμε από την Ιστορία, για να διεκδικήσουμε το μέλλον που μας αξίζει!

Η εισβολή και η κατάρρευση

Η εισβολή άρχισε στις 6 Απριλίου 1941, στις 5.15′ το πρωί. Ένα τέταρτο νωρίτερα δηλαδή από τη στιγμή που επιδόθηκε η σχετική διακοίνωση στον έλληνα πρωθυπουργό. Τα γερμανικά στρατεύματα προσέβαλαν τις ελληνικές θέσεις στη Μακεδονία, κατά μήκος των ελληνοβουλγαρικών και ελληνογιουγκοσλαβικών συνόρων.

Ταυτόχρονα με την Ελλάδα, η χιτλερική Γερμανία επιτέθηκε και στη Γιουγκοσλαβία. Η επίθεση και στις δύο χώρες πραγματοποιήθηκε με τρομακτική σφοδρότητα. Η γιουγκοσλαβική αντίσταση κατέρρευσε ταχύτατα και μεγάλα τμήματα του στρατού της γειτονικής χώρας υποχωρούσαν στο ελληνικό έδαφος. Αντίθετα, ο ελληνικός στρατός στα οχυρά παρουσίαζε μια ανέλπιστη αντίσταση απέναντι σ’ έναν εχθρό απείρως ισχυρότερο. Κι αυτή η αντίσταση αποκτάει ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν ληφθεί υπόψιν ότι τόσο στο μέτωπο, όσο και στην Αθήνα – και στους στρατιωτικούς και στους πολιτικούς κύκλους- ήταν φανερή μια διάθεση για γρήγορη συνθηκολόγηση και παράδοση της χώρας στους γερμανούς εισβολείς. Στις 9 Απριλίου τα γερμανικά στρατεύματα καταλαμβάνουν τη Θεσσαλονίκη, ενώ θα συνθηκολογήσει το Τμήμα Στρατιάς Ανατολικής Μακεδονίας. Στη συνέχεια θα ακολουθήσει η κατάληψη της Βέροιας και λίγο αργότερα της Κατερίνης, της Κοζάνης και της Καστοριάς με αποτέλεσμα και η υποχώρηση του κυρίου όγκου των ελληνικών δυνάμεων που βρίσκονται στην Αλβανία να παίρνει τα χαρακτηριστικά της φυγής. Στις 20 Απριλίου ο διοικητής του Γ` Σώματος Στρατού Γ. Τσολάκογλου, σε συνεννόηση με άλλους δύο σωματάρχες, τον Δεμέστιχα και τον Μπάκο, καταργεί τον διοικητή Στρατιάς Ηπείρου Ι. Πιτσίκα, αναλαμβάνει ο ίδιος διοικητής της στρατιάς και υπογράφει πρωτόκολλο ανακωχής με τους Γερμανούς. Τρεις μέρες αργότερα ο Τσολάκογλου θα υπογράψει στη Θεσσαλονίκη το οριστικό πρωτόκολλο συνθηκολόγησης του ελληνικού στρατού όχι μόνο με τους Γερμανούς αλλά και με τους Ιταλούς, τους οποίους βεβαίως είχε νικήσει στο αλβανικό μέτωπο.

διάβασε και αυτό  21 Iουνίου 2020: Τα γεγονότα σαν σήμερα

Ο ίδιος θέτει ως εξής το θέμα στα απομνημονεύματά του : «ευρέθην αντιμέτωπος ιστορικού διλήμματος: Ή ν’ αφήσω να συνεχισθή ο αγών και να γίνη ολοκαύτωμα ή υπείκων εις τας παρακλήσεις όλων των ηγητόρων του στρατού ν’ αναλάβω την προτωβουλίαν της συνθηκολογήσεως… »τολμήσας» δεν υπελόγισα ευθύνας… Μέχρι σήμερον δε μετενόησα διά το τόλμημά μου. Τουναντίον αισθάνομαι υπερηφάνειαν…».

Τη μέρα που ο Τσολάκογλου υπέγραφε την οριστική συνθηκολόγηση του στρατού ο Βασιλιάς Γεώργιος με τον πρωθυπουργό Εμμανουήλ Τσουδερό (o Κορυζής είχε αυτοκτονήσει λίγες μέρες νωρίτερα), τον πρίγκιπα Πέτρο και τον Αγγλο πρεσβευτή σερ Μάικλ Πάλαιρετ εγκατέλειπαν την Ελλάδα μ’ ένα υδροπλάνο «Σάντερλαντ». Δυο μέρες πριν, στις 21 Απριλίου, έφυγε το ζεύγος των διαδόχων Παύλος και Φρειδερίκη, ενώ τη νύχτα 22 με 23 Απριλίου με τα αντιτορπιλικά «Β. Ολγα», «Πάνθηρ» και «Ιέραξ» αναχώρησαν, όπως χαρακτηριστικά γράφει ο ναύαρχος Σακελλαρίου «άπαντες οι υπουργοί, ο Διοικητής και ο Υποδιοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος και μερικοί κρατικοί επίσημοι και μη λειτουργοί, οι πλείστοι με τας οικογενείας των- γυναίκες, τέκνα, πενθερές, κουβερνάντες- και τας αποσκευάς των- μπαούλα, βαλίτσες και τουαλέτες, τσάντες με ρουχισμό, μερικοί με παιχνίδια των παιδιών των και κάποιοι με τα χρυσαφικά των.

Ο Βασιλεύς και ο κ. Τσουδερός ανεχώρησαν αεροπορικώς περί τα ξημερώματα της 23ης Απριλίου, αφού αφήκαν και από μίαν προκήρυξιν προς τον Λαόν διά να του εξηγήσουν την προς την Κρήτην απομάκρυσίν των. Φαίνεται όμως ότι η θέα τοσούτον ασυνηθίστου διά πολεμικά πλοία φορτίου, και δη εν καιρώ πολέμου, εξηρέθισε τα πληρώματα εις τοιούτον βαθμόν, ώστε εις την Σούδαν εξεδηλώθη μικρά στάσις επί του «Βασίλισσα Ολγα», του προσωπικού απαιτήσαντος να μην επιβή κανείς πλέον. Αντιλαμβάνεται ο καθείς την ψυχολογία όλων αυτών των αξιωματικών, υπαξιωματικών και ναυτών που κανένας τους δεν εγνώριζε πού και πώς άφηναν τα σπίτια τους, όταν έβλεπαν ότι υπήρχαν προνομιούχοι Ελληνες και Ελληνίδες ή Ελληνόπουλα που μπορούσαν ανέτως να μεταφέρονται με τα πολύτιμα των υπαρχόντων των προς άλλας ασφαλείς κατευθύνσεις μέχρις ότου παρέλθει η συμφορά ή όταν έβλεπαν ότι η οικογένεια του Πρωθυπουργού της Ελλάδος συνωδεύετο και από το απαραίτητο σκυλάκι της, χωρίς τη συντροφιά του οποίου φαίνεται ότι δεν ήτο δυνατόν να σωθεί η Ελλάς». Παρόμοια εικόνα με τον Σακελλαρίου δίνει και ο έφεδρος πλοίαρχος Ν. Δ. Πετρόπουλος, ο οποίος γράφει χαρακτηριστικά: «Μου έκανε εντύπωσι και ένα άλλο θέαμα, που με επηρέασε κατά κάποιο ποσοστό για να μη φύγω από την Ελλάδα: Μεταξύ των Ελλήνων ιδιωτών επιβατών ήταν κι ένα ζευγάρι- όχι πρώτης νεότητος- που το συνόδευε η μητέρα της συζύγου. Η ηλικιωμένη πεθερά κρατούσε ένα βαλιτσάκι που, όπως επρόδιδαν οι μεταξύ των τριών τους κουβέντες, περιείχε τα τιμαλφή της οικογενείας. Χωρίς να θέλω με κατέλαβε αηδία από το γεγονός, ότι δε διαθέταμε τα πλοία για να σώσουμε έστω και λίγους στρατιώτες μας από τις χιτλερικές ορδές, αλλά καταλαμβανόταν η πολύτιμη χωρητικότης για να δοθεί ευκαιρία στα μπιζού και στα εξαντλημένα σαρκία της ευπόρου οικογενείας… να… συνεχίσουν και εκτός της Ελλάδος τον αγώνα κατά του κατακτητού!»….

διάβασε και αυτό  9 Iανουαρίου-Σαν Σήμερα

polemiki anakoinwsi 6.4.1941

Φάλαγγες μεγάλων και μικρών αυτοκινήτων διασχίζουν την κοιλάδα του Στρυμώνα.

H γερμανική επίθεση εκδηλώθηκε στις 05.15 της 6ης Απριλίου. Για τον κανονισμό των βολών πυροβολικού είχε μεταφερθεί στα βόρεια του Στρυμόνα ένα δέσμιο στη γη αερόστατο, η παρουσία του ήταν προκλητική καθώς η ελληνικές δυνάμεις στερούσαν από αεροπορική κάλυψη. Ελάχιστα λεπτά αργότερα άρχισαν οι επιθέσεις από αεροσκάφη στούκας, στόχος τους εκτός από το οχυρό ήταν και το Κέντρο Αντίστασης Καπίνας


Facebook Comments Box

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Recommended
Υπάρχουν πολλές προσωπικότητες στην Ελλάδα οι οποίες μιλάνε μόνο μέσα…
Cresta Posts Box by CP
Content | Menu | Access panel
Αρέσει σε %d bloggers: